ΤΟ ΒΗΜΑ – Πολιτικές κοκορομαχίες και ενημέρωση

Η πληροφορία είναι μία από εκείνες τις έννοιες που δύσκολα ορίζονται. Όπως, ας πούμε, η Τέχνη ή το χιούμορ. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να δώσουμε τον παρακάτω ορισμό:

Πληροφορία είναι κάθε απόκλιση από την ομοιομορφία στο χώρο ή στο χρόνο. 

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Μία απέραντη λευκή επιφάνεια δεν περιέχει πληροφορία. Την ομοιομορφία της επιφάνειας στο χώρο μπορούμε, όμως, να σπάσουμε αν τοποθετήσουμε σε κάποιο σημείο μία μαύρη τελεία. Τώρα, αν η τελεία αυτή μένει ακίνητη για άπειρο χρόνο, το σκηνικό εμφανίζει χρονική ομοιομορφία, έτσι και πάλι δεν προσφέρει αξιόλογη πληροφορία. Το αντίθετο συμβαίνει αν η τελεία μετακινείται πάνω στη λευκή επιφάνεια.

Σαν άλλο παράδειγμα, φανταστείτε την καμπάνα μιας εκκλησίας, η οποία (καμπάνα) χτυπά πάντα την ώρα, κάθε ώρα. Μπορεί προς στιγμή να ενημερώνει κάποιον που ξέχασε το ρολόι του στο σπίτι, αν όμως δει κανείς το φαινόμενο μακροσκοπικά, θα παρατηρήσει μία διαρκώς επαναλαμβανόμενη (άρα χρονικά ομοιόμορφη) ακολουθία καταστάσεων που, σε μεγάλη κλίμακα χρόνου, δεν μαρτυρά την ύπαρξη κάποιου ξεχωριστού γεγονότος. Αυτό που πράγματι θα καταγραφεί ως πληροφορία είναι το υποθετικό γεγονός η καμπάνα για μία και μοναδική φορά να σιγήσει πάνω στην ώρα. Μια πιο δραματική περίπτωση θα ήταν αν ο Ήλιος «ξεχνούσε» κάποια μέρα να ανατείλει!

Στο χώρο της ειδησεογραφίας, πληροφορία είναι εξ ορισμού κάτι το μη προβλέψιμο. Έτσι, πληροφορία δεν συνιστά το αναμενόμενα επαναλαμβανόμενο, όπως, π.χ., οι επετειακές «ειδήσεις» στο ραδιόφωνο σε εθνικές ή θρησκευτικές εορτές, όπου ακούγονται στερεότυπες φράσεις του τύπου «με λαμπρότητα / κατάνυξη γιορτάζεται σήμερα…».

Ανοίγουμε, λοιπόν, το ραδιόφωνο πάνω στην ώρα του δελτίου. Και τι ακούμε ως πρώτη είδηση; Αυτή που ακούσαμε και χθες. Και προχθές. Και αντιπροχθές (και πάει λέγοντας, για να μη σας κουράζω). Δηλαδή; Ρητορικές κοκορομαχίες, συχνά σε ύφος που παραπέμπει σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, ανάμεσα σε κατέχοντες την εξουσία και σε φιλοδοξούντες να την κατακτήσουν:

«Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι… Απαντώντας ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι…» 

Ο όρος «κατηγόρησε» δεν αντιστοιχεί εδώ σε ανταλλαγή πολιτικών επιχειρημάτων μέσα στο πλαίσιο της λεκτικής ευπρέπειας, αλλά σε αντιπαράθεση χαμηλής ευρηματικότητας κι αισθητικής ευφυολογημάτων, κάποιες φορές δε ακόμα και ύβρεων (ακούσαμε πρόσφατα τον χαρακτηρισμό «πολιτικός απατεώνας»!).

Έτσι, η μόνη «είδηση» – με την έννοια της πληροφορίας – σε ό,τι αφορά τον πολιτικό λόγο στη χώρα είναι η συγκυριακή επιλογή των λέξεων που συνθέτουν την καθημερινή ανταλλαγή ανούσιων, εντυπωσιοθηρικών, πολιτικών κενολογιών ανάμεσα στους πόλους του δικομματισμού. Δεν γνωρίζω πόσους ακροατές, πλέον, ενδιαφέρουν τέτοιες λεπτομέρειες. Η γενική εικόνα, πάντως, μένει θλιβερά αναλλοίωτη – αν δεν επιδεινούται κιόλας εν όψει πιθανολογούμενων πρόωρων εκλογών…

Μία είναι η λύση ώστε οι σταθμοί να προασπίσουν τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους προσφέροντας ποιοτική ειδησεογραφία, αλλά και να προστατέψουν το λαό από τις δόλιες, δηλητηριώδεις, εθνικά διχαστικές μεθοδεύσεις των «μεγάλων» κομμάτων: Να μη μεταδίδουν κομματικές ανακοινώσεις αν αυτές δεν περιέχουν χρήσιμη πληροφορία για το κοινωνικό σύνολο. Και να μη γίνονται – άθελά τους – διαφημιστικά όργανα κομματικού τσαμπουκά που στοχεύει κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) στη συσπείρωση εκλογικής «πελατείας» εκατέρωθεν!

Αν, εν τούτοις, οι ακροατές (ή οι τηλεθεατές) επιμένουν, λόγω εθισμού ή λόγω διαστροφής, να παίρνουν την καθημερινή δόση κομματικών ανακοινώσεων, υπάρχει κι εκεί η λύση. Αμέσως μετά το δελτίο (πραγματικών) ειδήσεων, ας μεταδίδεται και μία σατιρική «ενημερωτική» εκπομπή με όλα τα παραλειπόμενα της πολιτικής. Εξ άλλου, λένε πως το χιούμορ κάνει καλό σε τέτοιους καιρούς. Και κάνει πιο υποφερτό τον καύσωνα της εποχής…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Advertisements
Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΒΗΜΑ – Φιλοσοφώντας μέσα στα σκουπίδια…

Στο τελευταίο και βαθύτερα φιλοσοφημένο μουσικό του δράμα, τον «Πάρσιφαλ», ο συνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (επηρεασμένος, ασφαλώς, και από τον Σοπενχάουερ) περιγράφει την κατάκτηση της σοφίας μέσω της συμπόνιας, της βίωσης, δηλαδή, του αλλότριου πόνου.

Η ιδέα, αν και αληθινά ελκυστική από φιλοσοφική άποψη, αποτελεί προϊόν αφαιρετικής εξιδανίκευσης αφού δεν λαμβάνει υπόψη, στο βαθμό που θα έπρεπε, την αμφίδρομη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων. Προϋποθέτει, δηλαδή, έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον ρόλο του «πάσχοντος» και εκείνον του «συμπάσχοντος», τοποθετώντας υπεμφατικά τον δεύτερο σε θέση σχετικής ισχύος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν καλούμαστε να συμπάσχουμε με εκείνους που ευθύνονται για μέρος των δικών μας δεινών;

Δεν ξέρω πόσο σοφότεροι γίναμε (με την «Παρσιφαλική» έννοια) ακούγοντας πρόσφατα τους απεργούντες συμβασιούχους στην καθαριότητα των δήμων να μιλούν με αγωνία για το αβέβαιο εργασιακό τους μέλλον και ό,τι σκοτεινό απορρέει από την ανασφάλεια αυτή. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες, αν, δηλαδή, δεν βιώναμε από κοντά και για μία ακόμα φορά τη φρικιαστική εμπειρία πόλεων που μοιάζουν με απέραντους σκουπιδότοπους, ίσως κατορθώναμε να υπερβούμε για μια στιγμή τα τείχη του «εγώ» μας και να βιώσουμε τις καταστάσεις μέσα από τα μάτια της ψυχής του συνανθρώπου μας. Ίσως ακόμα και να κατεβαίναμε στους δρόμους διαδηλώνοντας πλάι του. Και δεν αποκλείεται ακόμα και να βγαίναμε σοφότεροι από αυτή τη συμπόρευση (για να θυμηθούμε τον Βάγκνερ).

Όμως, η υπέρβαση του «εγώ» σταματά εκεί που αρχίζει η τυραννία που επιβάλλει το «εγώ» του άλλου. Και οι «τύραννοι» στην περίπτωση που συζητούμε, όπως και σε πολλές ανάλογες, δεν είναι άλλοι από τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που χρησιμοποιούν την κοινωνία ως όμηρο και μέσο εκβιασμού στην αντιπαράθεσή τους με την (όχι λιγότερο ένοχη) πολιτεία. Αυτές που – δόκιμα ή όχι – αποκαλούνται συχνά «συντεχνίες» του δημόσιου τομέα.

Αν κάποιον οφείλουμε, έτσι, να συμπονέσουμε είναι ο ανώνυμος, συνδικαλιστικά ανοργάνωτος, μη-προνομιούχος μέσος άνθρωπος της καθημερινότητας, σε ένα κράτος που αποδεικνύεται διαχρονικά και διακομματικά ανίκανο να προστατέψει τα πλέον θεμελιώδη και αυτονόητα δικαιώματα του πολίτη. Όπως το αίσθημα της ασφάλειας απέναντι στην εγκληματική δράση εισαγόμενων κακοποιών και ανεξέλεγκτων εγχώριων περιθωριακών ομάδων. Ή, η πρόσβαση σε μία σύγχρονη, αξιοκρατική και ποιοτική παιδεία. Ή ακόμα, η αδιάλειπτη παροχή κοινωνικών αγαθών όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες, το δημόσιο σύστημα υγείας και – εν προκειμένω – η καθαριότητα στους δρόμους των πόλεων.

Ο άνθρωπος της γειτονιάς, που με κάθε «κινητοποίηση» (sic) των εργαζομένων στους δήμους πνίγεται στα σκουπίδια και απειλείται από τα τρωκτικά και τα βλαττοειδή, λίγο ενδιαφέρεται, εν τέλει, αν η οριστική (όχι εμβαλωματική, ως συνήθως) λύση του προβλήματός του – στο βαθμό που αυτή δεν θα υπερβαίνει τις οικονομικές του δυνατότητες – θα έρθει από τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. Ήδη, μάλιστα, κάποιοι δήμοι ξεπέρασαν τέτοια διλήμματα και γκρέμισαν τα σχετικά ταμπού. Γιατί, τους τοπικούς άρχοντες τους εκλέγουν πολίτες, όχι συνδικαλιστές. Και στα συμφέροντα και τις ανάγκες των πρώτων θα πρέπει οι άρχοντες αυτοί να δίνουν προτεραιότητα. Εξ άλλου, από το υστέρημα, συχνά, των πολιτών προέρχονται οι αναγκαίοι πόροι που εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας.

Δεν μου είναι δύσκολο, λοιπόν, να προβάλω την αντίδραση μιας μερίδας αναγνωστών, που θα μπορούσε κάλλιστα να εκφράζεται με λόγια όπως τα παρακάτω:

«Καλός είναι ο Βάγκνερ σου και η συμπόνια που μας ζητά να δείξουμε στον εργαζόμενο συνάνθρωπο. Όμως μεγαλώνω παιδιά σ’ αυτή τη βρώμικη γειτονιά, τη γεμάτη σκουπίδια που σαπίζουν. Και έχασα κι εγώ πρόσφατα τη δουλειά μου. Τώρα με τρώνε οι δρόμοι στο ψάξιμο, και είμαι μόνος στον αγώνα για επιβίωση. Είναι κι αυτή η απαίσια μυρωδιά παντού, να πάρει…»

ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΒΗΜΑ – Το καρναβάλι των social media

Η ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Γάμος αλά Ελληνικά» – ίσως η πιο φιλοσοφημένη του ελληνικού κινηματογράφου – αποτελεί μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Η υπόθεση έχει ως εξής:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη… Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο… Δεν υποπτεύονται καν ότι ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που τους είναι αδύνατο να αναγνωριστούν μεταξύ τους δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, έξω απ’ τα κοστούμια που φορούσαν εκείνη τη «μαγική» νύχτα του καρναβαλιού που είχαν γνωριστεί – και που έμελλε να είναι η μοναδική… Στο φινάλε της ταινίας ακούγεται μία από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά, αληθινή αποθέωση του παράλογου που μόνο η σάτιρα μπορεί να χαρίσει:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εσύ εκείνος που αγαπούσα!»

Το καρναβάλι είναι μια σύντομη φυγή από την πραγματικότητα σε έναν κόσμο όπου ο καθένας μπορεί ελεύθερα να ορίσει τον εαυτό του όπως εκείνος επιθυμεί, δίνοντάς του ιδιότητες που ενδεχομένως θα ήθελε, μα δεν του είναι δυνατό, να έχει. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μία βραχύβια, αθώα παραχάραξη της ίδιας της ζωής. Μετά το τέλος του, ο άνθρωπος καλείται να βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τις πραγματικότητες από τις οποίες θέλησε για λίγο να αποδράσει…

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και την έλευση των social media – ιδιαίτερα του πλέον δημοφιλούς εξ αυτών, του Facebook – ένα νέο «καρναβάλι», τούτη τη φορά ηλεκτρονικό και σε ισχύ 365 μέρες το χρόνο, απλώθηκε ώσπου να φτάσει σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Σε κάθε χρήστη του δικτύου παρέχεται μία εντυπωσιακή δυνατότητα απόλυτου και αδιαμφισβήτητου αυτοπροσδιορισμού μέσα σε ένα επιλεγμένο από τον ίδιο κοινωνικό υποσύνολο που φέρει τον ευφημιστικό χαρακτηρισμό «φίλοι» (τα εισαγωγικά ουδόλως περισσεύουν!).

Έτσι, ο μέσος χρήστης, μπροστά σε ένα εικονικό και εξ ορισμού δεκτικό κοινό (οι εκφράζοντες ενστάσεις και οι αμφισβητίες μπορούν αυτομάτως να διαγράφονται από τη λίστα των «φίλων»!) αποκτά, αν το επιθυμεί, τη δυνατότητα να αυτο-αναγορεύεται σε καλλιτέχνη, σε ποιητή, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό επιστήμονα (ή και απλά πολιτικά σκεπτόμενο ον), οικονομολόγο, ψυχολόγο, δημοσιογράφο, εραστή, και άλλα αναρίθμητα. (Δεν αναφέρομαι, ασφαλώς, σε χρήστες που πραγματικά διαθέτουν τις ιδιότητες που συνοδεύουν το προφίλ τους!)

Η οικονομική κρίση γέννησε μια νέα γενιά «καρναβαλιστών» των social media: τους οργισμένους τιμωρούς. Είδαμε, έτσι, ακόμα και «επώνυμους» – που θα όφειλαν, ως δημόσια πρόσωπα, να είναι αυτοσυγκρατημένοι και νηφάλιοι – να μετέρχονται εκφραστικά μέσα χαμαιτυπείου για να διοχετεύσουν το μένος τους εναντίον όσων κατά την κρίση τους ευθύνονται για τα δεινά της χώρας. Συνήθεις στόχοι ήταν και είναι, ασφαλώς, όσοι συνέδεσαν άμεσα το όνομά τους με τα υπέρμετρα δαιμονοποιηθέντα μνημόνια. Αλλά και άλλοι που απλά δεν τάχθηκαν ποτέ με την πλευρά των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων (λες και υπάρχει «φιλομνημονιακός» Έλληνας, που αγαπά, δηλαδή, τα μνημόνια!).

Δύο πρόσφατα γεγονότα – η τρομοκρατική απόπειρα κατά της ζωής ενός πρώην πρωθυπουργού που «έβαλε πλάτη» για να ξεπεράσει η χώρα μια δύσκολη στιγμή κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, και ο θάνατος, σύντομα μετά, ενός προγενέστερου πρωθυπουργού ο οποίος, σε χρόνους ανύποπτους, είχε προειδοποιήσει για μια επερχόμενη κρίση (αλλά οι πάντες εκώφευσαν) – έδειξαν ως πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη μικροψυχία και ποια είναι (αν υφίστανται καν) τα όρια του πολιτικού μίσους.

Όχημα για την έκφραση των παραπάνω ήταν – τι άλλο; – τα social media. Με βάση τους οχετούς υβριστικών λόγων που αναρτήθηκαν εκεί από ανώνυμους κι επώνυμους, έγκριτοι πολιτικοί αναλυτές σε σοβαρά μέσα ενημέρωσης (ηλεκτρονικά κυρίως) έστησαν μία ευρεία συζήτηση για το κατάντημα του πολιτικού λόγου και ήθους σ’ αυτή τη χώρα. Άρχισαν, μάλιστα, δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους ποικίλοι προβληματισμοί γύρω από την οριοθέτηση ή μη της ελευθερίας του λόγου (σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια τα social media αναγκάστηκαν να διαγράψουν αναρτήσεις που ξέφευγαν από τα συμβατικά όρια της «απλής» χυδαιότητας).

Μια δεύτερη, όμως, και ίσως πιο ψύχραιμη προσέγγιση στο φαινόμενο θα οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισής του. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να αναρωτηθεί αν θα έπρεπε, τελικά, να αποδίδεται τόσο μεγάλη πολιτική βαρύτητα σε μία ανάρτηση σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα κι αν αυτή υπογράφεται από ένα δημόσιο πρόσωπο. Το ερώτημα καθίσταται ρητορικό αν δεχθούμε την «καρναβαλική» ιδιότητα των social media, όπως την περιγράψαμε νωρίτερα. Αν λάβουμε υπόψη, δηλαδή, ότι ο χρήστης συχνά (αν και δεν θα το διατυπώσουμε ως γενικό κανόνα) προβάλλει ένα κομμάτι εαυτού που θα ήταν αδύνατο να επιδείξει στις καθημερινές του λειτουργίες ως κοινωνικό μέλος, ή ακόμα και ως θεσμικό πρόσωπο.

Με απλά ελληνικά: Ποιος (θα ‘πρεπε να) δίνει σημασία σε προσωπικές θέσεις που αναρτώνται στα social media; Αν το ρητορικό αυτό ερώτημα παρεμφαίνει απαξίωση των μέσων αυτών και των χρηστών τους, ας μην κριθούν γι’ αυτό εκείνοι που τυχόν το θέτουν, αλλά τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα που αποτυγχάνουν να «φιλτράρουν» την ποιότητα των αναρτήσεων. Ένα επιστημονικό άρθρο έχει κύρος διότι περνά από αξιολόγηση πριν δει το φως της δημοσιοποίησης. Το ίδιο και ένα κείμενο σε ένα έγκριτο έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης. Στα social media, από την άλλη, κάθε «πικραμένος», κάθε οργισμένος, ή απλά κάθε λάτρης της κοινής πρόκλησης, είναι ελεύθερος να εκφορτίσει δημόσια τα απωθημένα της ψυχής του υπό τις επιδοκιμασίες (συχνά συνοδευόμενες από χαμηλής αισθητικής πολύχρωμα εικονίδια) εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων «φίλων». Γιατί αυτό θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα μιας σοβαρής πολιτικής ανάλυσης;

Τούτων λεχθέντων, και προς αποφυγή τυχόν παρερμηνειών των θέσεών μας, θα πρέπει να τονιστεί ότι ένα δημόσιο πρόσωπο κρίνεται και από τις σκέψεις που καταθέτει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ότι δεν αποδίδουμε, π.χ., ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα σε μία ευτελή ή χυδαία ανάρτηση ενός πολιτικού προσώπου δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να πάρουμε το πρόσωπο αυτό στα σοβαρά όταν εκφράζεται εκτός κοινωνικών δικτύων. Απλά, μαζί με την ανάρτηση απαξιώνουμε οριστικά και το πρόσωπο, σε όλες του τις εκφάνσεις!

Κλείνω με μία συμβουλή που πηγάζει από προσωπική εμπειρία: Αν δεν μπορείς να αντέξεις τη φασαρία του καρναβαλιού και τη συνύπαρξη με τόσους μασκαράδες, πέτα τη στολή και φύγε! Οι λογαριασμοί στα social media μπορούν να κλείνουν τόσο εύκολα όσο ανοίγουν. Το κόστος ενός βραχύβιου συνδρόμου εξάρτησης είναι ασήμαντο μπροστά στο αίσθημα απελευθέρωσης που μένει, και στην επιστροφή σε μια παλιά, ξεχασμένη κανονικότητα ζωής. Εκεί που οι φίλοι είναι φίλοι. Δίχως τα εισαγωγικά…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου

Κάνοντας εκκαθαρίσεις σε παλιά μηνύματα στο mailbox του γνωστού μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έπεσα πάνω σε μια συνομιλία με μία πρώην «φίλη» (στην ιδιωματική γλώσσα του μέσου). Η «φιλία» αυτή με εκείνη και τον σύζυγό της είχε ξεκινήσει κατά τα πρώτα μνημονιακά χρόνια και τερματίστηκε (από τη μεριά της «φίλης») με τρόπο σχετικά άκομψο, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις μέρες πριν εκείνοι που δίχασαν τον ελληνικό λαό χωρίζοντάς τον σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς», φέρουν στον τόπο το δικό τους, ακόμα πιο δυσβάσταχτο μνημόνιο.

Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.

——————————–

* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη… Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)

* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)

* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ’ αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)

——————————–

Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά, ούτως ή άλλως, έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.

Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.

Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.

Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!

Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;

Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».

Αρχές δεκαετίας του ’90… Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.

Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία…».

——————————–

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;

Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σε σχέση με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:

1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.

2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη κρίνει σκόπιμο.

3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου…]

4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:

1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αγαθών τα οποία αυτή έχει (μερικώς, τουλάχιστον) ήδη προπληρώσει.

2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.

3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.

Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται…

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)

——————————–

Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει.

Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει το λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)… Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση… Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)… Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων…

Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!

Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Ερχόμαστε στο «σήμερα»… Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.

Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη, ενώ αναγνωρίζουν στο περιεχόμενο του όρου «αντιμνημονιακός» την αυτονόητη ιδιότητα της οικουμενικότητας. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη…

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Μασημένες τσίχλες και λόγια-στιλέτα (μικρές ιστορίες ρίψεων και καταρρίψεων)

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να περάσει κάποιος ένα μήνυμα κατάρριψης. Μερικές φορές δεν απαιτούνται λόγια: ένα απλό βλέμμα, ένας μορφασμός, ακόμα και μια απλή σύσπαση του προσώπου, αρκούν. Άλλες φορές τα μέσα επικοινωνίας χρειάζεται να είναι πιο χειροπιαστά. Έτσι, επιστρατεύονται οι λέξεις. Που είναι συχνά κοφτερές σαν τα μαχαίρια. Και μάλιστα, «μαχαίρια» που τα πετά κανείς από μακριά, με τη σιγουριά που χαρίζει η ασφάλεια της απόστασης. Ή, με το υπερφίαλο αίσθημα που προσδίδει το κύρος.

Αν, πάλι, οι λέξεις δεν είναι αρκετές, θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει υποκατάστατα μαχαιριών στη μορφή «αβλαβών» αντικειμένων, για να τα εκτοξεύσει στο στόχο προκαλώντας του ηθική μόνο και όχι (ορατή, τουλάχιστον) σωματική βλάβη. Τα γαλακτοκομικά και η ντομάτα αποτέλεσαν, ιστορικά, δημοφιλή τέτοια υποκατάστατα. Με την πάροδο του χρόνου, ο άνθρωπος έγινε ακόμα πιο πρακτικός στις επιλογές του, πετώντας ό,τι του ήταν πιο βολικό την κάθε στιγμή. Ας πούμε, ακόμα και μασημένες τσίχλες!

Θα διηγηθώ, ενδεικτικά, τρεις σύντομες ιστορίες επικοινωνίας μέσω «ρίψεων» – αντικειμενικών ή ρητορικών. Η πρώτη αναδεικνύει την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής εκεί που η Φύση δεν υπήρξε γενναιόδωρη σε όλα τα υπόλοιπα. Σίγουρα δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και την παραθέτω κυρίως για λόγους ηθικής και συναισθηματικής εξισορρόπησης του κειμένου. Οι άλλες δύο αποτελούν οδυνηρή διαπίστωση πως η Επιστήμη και η Τέχνη – τα δύο πράγματα που λάτρεψα – δεν εκπροσωπούνται πάντα από ανθρώπους με ψυχικά χαρίσματα. Ακόμα και εκεί που η διάνοια πλεονάζει…

Ιστορία πρώτη: Πολιτεία της Γιούτα, ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του ’80…

Κάπου στο μέσο της διαδρομής από το Πανεπιστήμιο στο σπίτι, συναντούσα ένα σπιτάκι, από τα πιο ταπεινά της πόλης. Όπως όλα τα σπίτια εκεί, είχε γκαζόν στην αυλή και – αυτό ειδικά το σπίτι – ήταν περιφραγμένο. Ο λόγος προφανής: ένα παιδί με νοητική υστέρηση, κάπου στην πρώιμη εφηβεία, έπαιζε πάντα πίσω από το φράχτη.

Το είχαν κουρέψει να φαίνεται στους περαστικούς σαν αγόρι, μα ήταν κορίτσι. Θεώρησαν ίσως ότι αυτό θα εξέθετε το παιδί σε λιγότερους κινδύνους, καθώς ο κύριος Μπράουν έτρεχε όλη μέρα για το πενιχρό μεροκάματο, ενώ η υπέρβαρη κυρία Μπράουν σπανίως έβγαινε έξω από το σπίτι.

Η πρώτη μου εικόνα από το παιδί – ήμουν νεοφερμένος τότε στην πόλη – με είχε οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Το είχα δει να κόβει κομμάτια από το γρασίδι και, βγάζοντας κάποιους άναρθρους ήχους, να τα πετά με ορμή πάνω από το φράχτη σε κάθε περαστικό. Είπα μέσα μου, «αυτό το παιδί θα γίνει πολύ επιθετικό σαν μεγαλώσει»!

Την αλήθεια την έμαθα αργότερα από την κυρία Μπράουν. Στον νοητικό κόσμο του παιδιού, το γρασίδι που πετούσε ήταν ο τρόπος για να πει «καλημέρα» και, γενικά, να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Που αλλιώς θα περνούσαν και θα έφευγαν χωρίς καν να του δώσουν σημασία.

Από τότε, κάθε φορά που γύριζα από το πανεπιστήμιο δεν ξεχνούσα να πω μια «καλημέρα» όταν περνούσα έξω από το φράχτη. Το παιδί χαιρόταν και χαμογελούσε! Δεν ξαναέσκυψε ποτέ να κόψει γρασίδι…

Ιστορία δεύτερη: Πόλη της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ, Οκτώβριος 1986…

Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο Μαθηματικής Φυσικής επικρατεί μεγάλη έξαψη. Το παρακολουθεί ως επίτιμος προσκεκλημένος ο βραβευμένος με Νόμπελ διάσημος Φυσικός Eugene Wigner (1902–1995), από τους θεμελιωτές της ατομικής φυσικής και της κβαντικής θεωρίας. Γέρων σεβάσμιος πλέον αλλά, όπως μου φάνηκε αρχικά, κοινωνικός και, γενικά, ευχάριστος.

Μπήκε στην αίθουσα την ώρα που ένας νέος επιστήμων είχε φτάσει στο μέσο, περίπου, της ομιλίας του. Μετά το τέλος, ο ομιλητής απευθύνθηκε στο ακροατήριο για τις καθιερωμένες ερωτήσεις. Πριν καν προλάβει κάποιος να θέσει ένα ερώτημα, ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας η επιβλητική φωνή του 84χρονου νομπελίστα:

– Μα, τι ανοησίες ήρθατε εδώ να μας πείτε σήμερα; Ποιο επιστημονικό περιοδικό θα δεχθεί να δημοσιεύσει αυτά τα πράγματα;

Υπερνικώντας το ξαφνικό σοκ, και με φωνή που πρόδιδε σεμνότητα αλλά και σεβασμό για τον κριτή, ο νέος επιστήμων απάντησε πως η έρευνά του είχε ήδη δημοσιευθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή περιοδικά θεωρητικής Φυσικής. Ο μεγάλος Wigner, όμως, δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη:

– Θέλετε να πείτε ότι το International Journal of… δημοσιεύει τώρα άρθρα τέτοιου επιπέδου; Αδυνατώ να το πιστέψω!

Δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει επιστημονικά τους λόγους της διαφωνίας του. Άλλωστε, δεν είχε καν παρακολουθήσει ολόκληρη τη διάλεξη. Απλά, πέταξε με ελαφριά καρδιά το στιλέτο της κατάρριψης σε έναν νέο επιστήμονα που είχε τολμήσει να βαδίσει στα δικά του χνάρια, τα «χνάρια του θεού»! Και, την ίδια στιγμή, κατέρριψε για πάντα και τη δική του μεγαλοπρεπή εικόνα στη συνείδησή μου.

Είχα παγώσει τότε, θυμάμαι, στη σκέψη πως ο επόμενος ομιλητής βάσει προγράμματος ήμουν εγώ. Ευτυχώς το θέμα δεν το κατείχε εκείνος και, σε κάθε περίπτωση, δεν τον ενδιέφερε. Ίσως και να βγήκε πάλι από την αίθουσα…

Ιστορία τρίτη: Αθήνα, Μάρτιος 2017…

Σε έναν τηλεοπτικό «διαγωνισμό ταλέντων», ανάμεσα στους κριτές βρίσκεται ένας διάσημος μουσικοσυνθέτης της ροκ όπερας, γνωστός και για τις κατά καιρούς ακραία ιδιόρρυθμες συμπεριφορές του. Θέλοντας να «επιδοκιμάσει», υποτίθεται, την απόδοση μιας νεαρής τραγουδίστριας, εκτόξευσε σ’ αυτήν από μακριά τη μασημένη τσίχλα του. Δεν αποκλείεται να θεώρησε ότι πρόσφερε στη διαγωνιζόμενη ένα σπάνιο και εξαιρετικά τιμητικό δώρο: την ευκαιρία να νιώσει πάνω της το ιερό άγγιγμα από την «τσίχλα του θεού»! Όπως και να ‘χει, γνώριζε καλά (είναι ευφυής) ότι με τη χειρονομία του αυτή ουσιαστικά εξευτέλιζε την «κοινή θνητή» που, άθελά της, εισέπραξε τα ιπτάμενα απομασήματά του.

Αν θέλαμε να εξετάσουμε το ζήτημα βαθύτερα, θα λέγαμε ότι αυτό που διέπραξε την ευτέλεια της εκτόξευσης δεν ήταν τόσο ένα συμβατικό ανθρώπινο χέρι, όσο η αλαζονεία μιας υπέρμετρα προβεβλημένης «αντισυμβατικότητας». Που θάβει σιγά-σιγά, κάτω από τα ερείπια του αυτο-εξευτελισμού, τα απομεινάρια ενός σχεδόν ξεχασμένου πια αληθινού καλλιτεχνικού ταλέντου…

Είχαμε γράψει σε παλιότερο σημείωμα ότι η αλαζονεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο ανθρώπινο αμάρτημα, αν δεν της έκλεβε την πρωτιά η αχαριστία. Και, πράγματι, η αλαζονεία της διασημότητας προϋποθέτει και συνεπάγεται αχαριστία για τα δωρισμένα φυσικά ή πνευματικά χαρίσματα που εξασφάλισαν τη φήμη.

Όσο κι αν ακουστεί, έτσι, «ιερόσυλο», τείνω να αισθάνομαι όλο και μικρότερο δέος όταν διαβάζω για το «θεώρημα Wigner–Eckart», ή, όλο και λιγότερη συγκίνηση όταν ακούω τους «Δαίμονες» (τα αναφέρω καθαρά ενδεικτικά). Αντίθετα με την εικόνα, που κράτησα ανεξίτηλη, ενός παιδιού με νοητική υστέρηση, να κόβει και να πετά χόρτα στους περαστικούς – σαν για να πει «καλημέρα» – σε ένα φτωχόσπιτο, σε κάποια κωμόπολη της Γιούτα…

* Εικόνα: “Το σπίτι με το φράχτη” (φωτογραφία της Θάλιας Χρόνη)

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Περί «εκλογικής πελατείας»

Σε μια υγιή δημοκρατία – έστω και αν αυτή βασίζεται σε ένα δικομματικό σύστημα – οι πολιτικές αντιθέσεις λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας, αφού μέσα από τις αντιθέσεις αυτές προκύπτουν δημιουργικές συνθέσεις που οδηγούν στις καλύτερες δυνατές λύσεις για τα προβλήματα της χώρας.

Εν τούτοις, το τέρας της εγχώριας, νοσηρής εκδοχής του δικομματισμού αυτοσυντηρείται διαχρονικά καλλιεργώντας με μέθοδο και συνέπεια την απαραίτητη τροφή του: τον διχασμό της κοινωνίας. Έτσι, ακόμα και κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς περιστάσεις που απαιτούν εθνική ενότητα, το τέρας αυτό χωρίζει τους πολίτες της χώρας σε «καλούς» και «κακούς» κατά περίπτωση, ανάλογα με τις εκλογικές τους προτιμήσεις. Σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, τούτο έχει οδηγήσει ακόμα και σε εμφύλιες συγκρούσεις και εθνικές τραγωδίες.

Αποφεύγοντας ιστορικές αναδρομές, θα περιοριστώ στα της εποχής μας. Η πρώην «αντισυστημική» Αριστερά κατέκτησε την εξουσία επιτυγχάνοντας, με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα και – κυρίως – με ρητορείες μίσους, την διχοτόμηση των πολιτών σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς». Αποκορύφωμα του επικίνδυνου αυτού διχασμού ήταν το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, που οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα ενός ακήρυκτου εμφυλίου πολέμου – αν και, προσωπικά, πλάι στον χαρακτηρισμό «ακήρυκτος» θα τοποθετούσα ένα μεγάλο ερωτηματικό(*).

Μετά την εκ των πραγμάτων κατάρρευση του αντιμνημονιακού μύθου, νέες διχαστικές γραμμές ήταν αναγκαίο να αναζητηθούν από την εξουσία. Χαρακτηριστική ήταν η πρωθυπουργική συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ το περασμένο Φθινόπωρο, όπου με εμφανή κυνισμό (αν όχι και χαιρεκακία) ο πρόεδρος της κυβέρνησης διαχώρισε τους εργαζόμενους της χώρας (κάνοντας ειδική αναφορά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά με αυτονόητες τις γενικεύσεις) σε «καλούς που εργάζονται για το κράτος» (για τους οποίους, επομένως, είναι μη-πρέπον να αποστερούνται το δικαίωμα στην εργασία) και «κακούς που εργάζονται για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών» (επομένως, «ας πρόσεχαν!»).

Τον ίδιο διχαστικό διαχωρισμό, με αντεστραμμένα όμως τα ηθικά πρόσημα, υιοθετεί το αντίπαλο «φιλελεύθερο» χαράκωμα του δικομματισμού. Ακούμε συχνά στα μέσα ενημέρωσης τους εκπροσώπους του να χαρακτηρίζουν συλλήβδην τους κρατικούς λειτουργούς της χώρας ως «τεμπέληδες», «κηφήνες» και «άχρηστους», τοποθετώντας εξ ορισμού φωτοστέφανο στους δραστηριοποιούμενους στην ιδιωτική οικονομία. Αυτό που συχνά διαφεύγει την προσοχή, εν τούτοις, είναι το γεγονός ότι η θετική διάθεση εξαντλείται στον επιχειρηματία. Ο «πόνος» που συχνά – και μέσω συγκριτικής ηθικολογίας – εκφράζεται για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα είναι κατά βάση προσχηματικός, αν όχι απόλυτα υποκριτικός, αν λάβει κανείς υπόψη τη «φιλελεύθερη» θεοποίηση των κανόνων της αγοράς και την απέχθεια για κάθε μορφή προστασίας της εργασίας.

Κοινό στοιχείο στη ρητορεία των δύο πόλων του δικομματισμού (αλλά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον, και του λοιπού πολιτικού συστήματος) είναι η αναφορά σε «εκλογικές πελατείες». Πρόκειται για ανεπίτρεπτο γλωσσικό ατόπημα όταν ο χαρακτηρισμός αυτός εκφέρεται από εκλεγμένους εκπροσώπους ενός δημοκρατικού συστήματος. Δεν ισχύει, ασφαλώς, το ίδιο όταν πρόκειται για «συζητήσεις καφενείου», αλλά ακόμα και για σοβαρές δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Ο (πανθομολογούμενα) ελάχιστα σοβαρός γράφων έχει άλλωστε πολλάκις μεταχειριστεί την έκφραση αυτή σε κείμενά του!

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω το σκεπτικό μου: Ο χαρακτηρισμός «πελάτης» παρεμφαίνει συμφέρον, εξαγορά, συναλλαγή. Έτσι, στο εννοιολογικό πλαίσιο όπου ο όρος αυτός χρησιμοποιείται, αυτονόητα φέρει αρνητικό ηθικό πρόσημο. Όμως, σε όλα τα δημοκρατικά καθεστώτα ο ψηφοφόρος κάνει τις πολιτικές επιλογές του και με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον του. Οι πολίτες μιας χώρας που θα φέρουν ένα κόμμα στην εξουσία δεν θα είναι στην πλειονότητά τους αγνοί ιδεολόγοι, αλλά άνθρωποι που θα πιστέψουν ότι με την συγκεκριμένη διακυβέρνηση θα καλυτερέψουν και οι δικές τους ζωές.

Δεν είναι, λοιπόν, πολιτικά δόκιμο να απαξιώνει ένα κόμμα ως «πελάτες» τους ψηφοφόρους των αντιπάλων του, απονέμοντας παράλληλα τα εύσημα του «σωστού δημοκράτη» στους δικούς του και μόνο ψηφοφόρους. Όποια κι αν είναι η εκλογική τους προτίμηση, οι πολίτες ασκούν ένα δημοκρατικό τους δικαίωμα χωρίς να οφείλουν να απολογούνται για τα κίνητρα των επιλογών τους. Και χωρίς να επιτρέπεται να κρίνονται με βάση αυτά από το ίδιο το πολιτικό σύστημα!

Φυσικά, η παραπάνω δεοντολογική τοποθέτηση δεν έχει την ίδια ισχύ αν πρόκειται για κάποιους που απλά εκφέρουν δημόσια άποψη χωρίς, εν τούτοις, να ανήκουν στο πολιτικό σύστημα. Πράγματι, ο εκλεγόμενος πολιτικός επιτρέπεται να κρίνει μόνο τον αντίπαλο πολιτικό, όχι τον ψηφοφόρο. Ο τελευταίος, εν τούτοις, έχει το δικαίωμα να τους κρίνει όλους: και το σύστημα εξουσίας που ρυθμίζει, ως ένα βαθμό, την ποιότητα της ζωής του, αλλά και τους συμπολίτες του που ανέδειξαν την εξουσία αυτή.

Όμως, υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «κρίνω κάποιον» για τις επιλογές του και το «κάνω κάποιον εχθρό μου» γι’ αυτές. Την εχθρότητα αυτή που διχάζει, αποδυναμώνει και τελικά αποσυνθέτει την κοινωνία, μεθοδικά καλλιεργεί και επιδέξια συντηρεί ο εγχώριος δικομματισμός, που βλέπει τον πολίτη ως «πελάτη» και τη χώρα ως «μαγαζί». Όποιοι κι αν υπήρξαν διαχρονικά, και όποιοι κι αν είναι στην παρούσα ιστορική συγκυρία, οι δύο πόλοι του…

Φυσικά, η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος αντανακλά τη βούληση του λαού τον οποίο το σύστημα αυτό εκπροσωπεί. Με απλά ελληνικά, αν το εθνικό μας DNA δεν περιείχε τα στοιχεία της εγωπάθειας, του διχασμού και, εν τέλει, της αυτοκαταστροφής, κανένα πολιτικό σύστημα δεν θα ήταν ικανό να οδηγήσει τη χώρα στο σημερινό της πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κατάντημα.

Και τότε, δικαίως θα μπορούσαμε να επικρίνουμε έναν ιδιαίτερα ευτραφή πρώην υπουργό που είπε κάποτε μία αλήθεια που δεν άρεσε σε κανέναν, για την συνενοχή λαού και εξουσίας στην καταστροφή της χώρας!

(*) Δείτε, για παράδειγμα, ένα παλιότερο κείμενό μας:
http://www.aixmi.gr/index.php/politika-didagmata-apo-mia-symfonia-tou-tsaikofski/

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Ο φιλελευθερισμός και το τέλος της ηθικής

Μια μικρή ιστορία

Το περιστατικό είναι αυθεντικό:

Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας είχε κέφια καθώς αφηγείτο με κομπασμό μια πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί τις προάλλες προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά τη δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η «ψυχή» άρχισε να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και υπό το λάγνο βλέμμα του (προφανώς στερημένου) κυρίου και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) κυρίας…

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους. Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα απόλυτα κατοχυρωμένο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης αποτελεί μια γνήσια έκφραση φιλελευθερισμού. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, τους θεολόγους. Ή τους οπισθοδρομικούς φιλοσόφους…

Θυμήθηκα ξανά αυτή την ιστορία, που είχα ακούσει πριν από καιρό, καθώς διάβαζα το πολύ ενδιαφέρον πρόσφατο βιβλίο «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ», του Αριστείδη Χατζή. Σύγγραμμα εξαιρετικά παιδαγωγικό, καθιστά κατανοητό στον μη-ειδικό αναγνώστη ένα δύσκολο θέμα που άπτεται της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας και της οικονομικής επιστήμης. Η παρουσίαση του θέματος συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα πλούσια βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη.

Βέβαια, το ότι γνωρίζει κάποιος καλύτερα τον φιλελευθερισμό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καταλήγει να τον αγαπήσει περισσότερο. Τουναντίον, η ανάγνωση του βιβλίου είναι δυνατό να αφήσει κάποιους αναγνώστες με ένα βαθύ αίσθημα αγωνίας για τον κόσμο που αναδύεται. Έναν κόσμο που για άλλους (όπως ο συγγραφέας) είναι όνειρο, και για άλλους εφιάλτης! Εξαρτάται από τη φιλοσοφική θέση του καθενός…

Μια και το βιβλίο του Χατζή είναι αρκετά συνοπτικό (πράγμα που θεωρώ προτέρημα σε ένα σύγγραμμα παιδαγωγικού χαρακτήρα) θα ήταν άκομψο εκ μέρος μου να εκθέσω το σύνολο των ιδεών που περιέχει, αφαιρώντας έτσι ένα μέρος από το ενδιαφέρον του υποψήφιου αναγνώστη. Θα περιοριστώ, λοιπόν, στην επιλεκτική παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών ιδεών του συγγραφέα, αναλαμβάνοντας απόλυτα την ευθύνη που μου αναλογεί τόσο ως προς την κατανόησή τους, όσο και ως προς την αναγκαία αναδιατύπωσή τους στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου.

Σταχυολόγηση ιδεών από το βιβλίο του Α. Χατζή

1. Το αίσθημα ελευθερίας σχετίζεται με την απουσία εμποδίων (ή απαγορεύσεων) στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας. Βέβαια, η ιδέα μιας απόλυτης ελευθερίας είναι ουτοπική, καθώς πάντα υπάρχουν φυσικοί περιορισμοί που μας εμποδίζουν να πραγματοποιούμε οποιαδήποτε επιθυμία μας (για παράδειγμα, δεν μπορούμε να πετάξουμε χρησιμοποιώντας τα χέρια μας σαν φτερά). Αυτό που ο φιλελευθερισμός αντιμάχεται είναι οι κοινωνικοί περιορισμοί, και ιδιαίτερα οι έχοντες θεσμική ισχύ.

2. Η ελευθερία κατατάσσεται σε δύο κατηγορίες: «αρνητική» και «θετική».

Η αρνητική ελευθερία σχετίζεται με την απουσία καταναγκασμών και την άρση των τεχνητών εμποδίων (κυρίως, των θεσμικών απαγορεύσεων που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα). Η ελευθερία του λόγου εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία δικαιωμάτων.

Η θετική ελευθερία αφορά το δικαίωμα στη διεκδίκηση των μέσων που απαιτούνται για την απόλαυση της «αρνητικής» ελευθερίας.

Πολλοί φιλελεύθεροι αρνούνται συνολικά τα θετικά δικαιώματα, καθώς η απόκτηση ενός τέτοιου δικαιώματος από έναν άνθρωπο συνεπάγεται την επιβάρυνση κάποιου άλλου με μία πρόσθετη υποχρέωση (π.χ., μέσω αύξησης της φορολογίας).

Τα μόνα κοινά(;) αποδεκτά θετικά δικαιώματα είναι εκείνα στην παιδεία και την υγεία, αγαθά που – κατά τον συγγραφέα τουλάχιστον – πρέπει να εξασφαλίζονται για όλους σε ένα φιλελεύθερο κράτος. (Το δικαίωμα στην εργασία δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία αυτή.)

3. Η κοινωνική αλληλεγγύη και το κοινωνικό κράτος δεν εντάσσονται στις προτεραιότητες των φιλελευθέρων, ούτε αντιπροσωπεύουν για εκείνους κοινά αποδεκτούς θεσμούς. Η όποια αλληλεγγύη θα πρέπει να βασίζεται σε ιδιωτική φιλανθρωπία και όχι σε κρατικό καταναγκασμό.

4. Σε ό,τι αφορά την οριοθέτηση της ελευθερίας, η φιλελεύθερη άποψη συνοψίζεται ως εξής:

Το άτομο πρέπει να είναι ελεύθερο να λειτουργεί κατά βούληση, αρκεί να μη βλάπτει κάποιο άλλο. Ως «βλάβη» εννοείται αποκλειστικά: (α) Μια χειροπιαστή, υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία ενός ατόμου. (β) Μια ακραία προσβολή της προσωπικότητας μέσω εξύβρισης ή συκοφαντίας.

Ειδικά, δεν δικαιολογείται οποιουδήποτε βαθμού θεσμικός περιορισμός στην ελευθερία του λόγου, ακόμα και αν αυτός είναι προσβλητικός, ρατσιστικός ή μισαλλόδοξος. (Αναπάντητο μένει το ερώτημα, κατά πόσον θα πρέπει να υπάρχει ποινική ευθύνη στην περίπτωση όπου ο μισαλλόδοξος λόγος προτρέπει σε τέλεση εγκληματικών πράξεων, κι ακόμα περισσότερο όταν οδηγεί εκεί…)

5. Κανένα αγαθό και καμία υπηρεσία δεν έχει προϋπάρχουσα, σταθερή αντικειμενική αξία εξαρτώμενη μόνο από εγγενή χαρακτηριστικά. Οι αξίες των πραγμάτων καθορίζονται αποκλειστικά με βάση τον συσχετισμό προσφοράς και ζήτησης. Η έννοια της «αξίας» στις συναλλαγές δεν έχει ηθικό κανονιστικό περιεχόμενο αλλά καθαρά πρακτικό νόημα. (Έτσι, π.χ., ως εκπαιδευτικός θα πρέπει να αξιολογούμαι απλά ως «πωλητής γνώσεων», ο δε μαθητής μου ως «καταναλωτής» τους…)

Γενικά, ο οικονομικός φιλελευθερισμός στέκεται περίπου σαρκαστικά απέναντι στην «ηθικιστική» – όπως την χαρακτηρίζει – κριτική περί «εμπορευματοποίησης των πάντων» και την άποψη ότι κάποια πράγματα απλώς δεν μπορούν να αποτιμηθούν.

6. Η οικονομική ελευθερία συνδέεται άρρηκτα με την πολιτική ελευθερία. Ο εκδημοκρατισμός και η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη λειτουργία της ελεύθερης οικονομίας. (Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, ότι απόλυτη «επιβεβαίωση» του παραπάνω δόγματος υπήρξε, ιστορικά, η περίοδος της διακυβέρνησης Pinochet στη Χιλή…)

Το ηθικό ζήτημα στον φιλελευθερισμό

Ως γενικότερη φιλοσοφική θεωρία, και όχι απλά ως οικονομικό σύστημα (όπως έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται), ο φιλελευθερισμός, ενώ ωθεί τον άνθρωπο στο να αναζητά όλο και περισσότερη ελευθερία, αποποιείται την ευθύνη της ηθικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου στη διαχείριση της ελευθερίας που αποκτά (θεωρώντας, ίσως, ότι αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει μάλλον να απασχολεί τη θρησκεία). Θα έλεγε κανείς ότι ο ηθικός προβληματισμός όχι μόνο απουσιάζει από τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία αλλά και αποτελεί ένα είδος «ταμπού» για τους θιασώτες της.

Πράγματι, αν αυτονόητα εξαιρέσουμε – όπως αναφέρθηκε νωρίτερα – την υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία, καθώς και την ακραία προσβολή της προσωπικότητας, ο μόνος γενικά αποδεκτός «ηθικός» κανόνας για τον φιλελευθερισμό είναι η απαγόρευση του περιορισμού της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, αν η Πολιτεία θεσπίζει νόμους, τούτο δεν θα πρέπει απαραίτητα να γίνεται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να αποτραπεί το ενδεχόμενο της μετατροπής μιας κοινωνίας σε ζούγκλα αλλά (όσο κι αν αυτό ακουστεί υπερβολικό) για να προασπιστεί, υπό τους λίγους περιοριστικούς όρους που τέθηκαν πιο πάνω, ακόμα και αυτή τούτη η εφιαλτική δυνατότητα!

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως φιλοσοφικό σύστημα, ο φιλελευθερισμός είναι η απόλυτη υπέρβαση της ηθικής. Δεν πρόκειται για μια «ηθικολογική» εκτίμηση αλλά για μια πραγματιστική διαπίστωση. Εξηγούμαι:

Το ηθικό ζήτημα στον άνθρωπο σχετίζεται με την ανθρώπινη συνείδηση και κωδικοποιείται από ένα σύστημα αρχών, τις οποίες ο καθένας χωριστά (και ανεξάρτητα από τους άλλους ανθρώπους) αποδέχεται και επί τη βάσει των οποίων επιλέγει να λειτουργεί ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του. Είναι ένα σύστημα που σχετίζεται με την ατομική συνειδητότητα και δεν ετεροκαθορίζεται. Δεν το υπαγορεύει, π.χ., κάποια θρησκεία, ούτε το επιβάλλουν κάποιες θεσμοποιημένες κοινωνικές συμβάσεις. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, έναν απόλυτα εξατομικευμένο αξιακό κώδικα.

Οι αρχές αυτές (και όχι οι νόμοι της κοινότητας!) υπαγορεύουν στον άνθρωπο να επιδιώκει μικρότερο βαθμό ικανοποίησης των προσωπικών του επιθυμιών – άρα, να εκχωρεί μέρος της ελευθερίας του – προκειμένου να δοθεί περισσότερος χώρος στην ικανοποίηση των επιθυμιών κάποιων συνανθρώπων του – άρα, εκ των πραγμάτων, να διευρυνθεί ο δικός τους βαθμός ελευθερίας.

Επιδιώκοντας, λοιπόν, τη μεγιστοποίηση της ελευθερίας μας θα πρέπει αναγκαία να ελαχιστοποιήσουμε το σύστημα των αρχών επί τη βάσει των οποίων (εμείς οι ίδιοι) επιλέγουμε να λειτουργούμε ως κοινωνικές μονάδες. Οριακά, η απόλυτη, η απεριόριστη ελευθερία μπορεί μόνο να επιτευχθεί αν μηδενίσουμε αυτό το σύστημα αρχών. Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε ολοκληρωτικά την ηθική διάσταση από τη ζωή μας κι από τη λειτουργία μας ως μέλη μιας κοινωνίας.

Ο φιλελευθερισμός διδάσκει το δικαίωμα στην απόλυτη ελευθερία χωρίς να θέτει ηθικές προϋποθέσεις (με τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις) για την διαχείρισή της («κακό» είναι μόνο ό,τι αναχαιτίζει την ίδια την ελευθερία). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ακραιφνής φιλελευθερισμός εξαιρεί τον ηθικό προβληματισμό από το σύστημα αρχών του. Δεν αποτρέπει, βέβαια, τον άνθρωπο από το να λειτουργεί «κατά συνείδηση»: κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί φιλελεύθερο! Από την άλλη – και αυτό είναι που έχει σημασία – αποφεύγει και να ενθαρρύνει το άτομο να συμβουλεύεται τη συνείδησή του προκειμένου να αποφασίζει, κάθε φορά, μέσα σε ποια όρια θα κάνει χρήση της ελευθερίας του. Είναι σαν να χαρίζεις σε κάποιον ένα γεμάτο περίστροφο χωρίς παράλληλα να του εξηγείς και τη σημασία της οριοθέτησης στην επιλογή των στόχων!

Όμως, η αληθινή ελευθερία είναι ζήτημα ατομικής συνειδητότητας, όχι υπόθεση συλλογικού θεσμικού πλαισίου. Σκοπός, λοιπόν, δεν θα πρέπει να είναι ο βίαιος περιορισμός της ελευθερίας του ανθρώπου (αυτό που ο φιλελευθερισμός ονομάζει – και ορθώς το αντιμάχεται – «παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων») αλλά ο μετασχηματισμός της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης ώστε αυτή να απελευθερωθεί από τα πραγματικά δεσμά της. Δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα οποία κατέχουν, ενδεικτικά, η ματαιοδοξία, η αλαζονεία, ο εγωκεντρισμός, η πλεονεξία, ο άκρατος ανταγωνισμός, η μισαλλοδοξία…

Το βέβαιο είναι ότι κανένας νόμος και κανένα σύστημα κοινωνικών θεσμών δεν θα μπορέσουν ποτέ να προσδώσουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να επιβάλουν ανθρώπινες ιδιότητες σε οποιονδήποτε. Ακόμα περισσότερο, στην κυνική οιονεί «χορεύτρια» της εναρκτήριας ιστορίας μας!

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment