ΤΟ ΒΗΜΑ – Ακαδημαϊκός λόγος και ακαδημαϊκή αυταρέσκεια

Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός. Έτσι, συχνά συναντούμε ποιήματα που εμπεριέχουν υπέροχα λεκτικά ευρήματα, όμως το νόημά τους είναι θολό και δυσνόητο. Άλλες φορές, ακόμα και οι τυπικοί κανόνες του λόγου παρακάμπτονται αν αυτό υπηρετεί καλύτερα το ποιητικό ύφος και την ποιητική αισθητική. Τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Καβαφικό «Επέστρεφε», όπου η αύξηση στην προστακτική αποτρέπει το άχρωμο και αντι-ποιητικό «επίστρεφε».

Από την άλλη μεριά, κύρια αποστολή της επιστήμης είναι η διεύρυνση, ταξινόμηση και καταγραφή της ανθρώπινης γνώσης. Ο επιστημονικός γραπτός λόγος υπηρετεί αυτήν ακριβώς την καταγραφή και είναι το όχημα για τη διάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Η ωραιότητα του επιστημονικού λόγου είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη όταν και όπου απαντάται, δεν αποτελεί όμως συστατικό εκ των ων ουκ άνευ για τον λόγο αυτό. Ακόμα περισσότερο, στην επιστήμη ο λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού. Εκεί, είναι η ίδια η ανακάλυψη νέας αλήθειας που (οφείλει να) εντυπωσιάζει!

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, αποστολή της είναι το μεθοδικό χτίσιμο της γνώσης στον διδασκόμενο και η καθοδήγησή του ώστε να κάνει χρήση της γνώσης αυτής αυτονομούμενος, τελικά, από τον διδάσκοντα. (Για κάποιους «αιθεροβάμονες» εκπαιδευτικούς, βαθύτερος σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη αυτογνωσίας. Η φιλοσοφική αυτή θέση πέρασε, εν τούτοις, στο περιθώριο από τότε που ένας σημαντικός εκπρόσωπός της υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο…) Το τι οφείλει να υπηρετεί ο παιδαγωγικός λόγος είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Αυτό εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη διάθεση του ίδιου του επιστήμονα να διαπαιδαγωγήσει, και τον χώρο που του διατίθεται για να αναπτύξει τη σκέψη του. Παλιά, τα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονταν αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Έτσι, πολλά από αυτά έθεταν περιορισμούς στην έκταση ενός επιστημονικού άρθρου, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει έναν μέγιστο αριθμό σελίδων. Αλλά, ακόμα και όταν τυπικά δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί, τα περιοδικά συχνά ζητούσαν από τον συγγραφέα να απαλείψει ολόκληρα κομμάτια από το άρθρο αν αυτά περιείχαν θέματα που ήταν ήδη γνωστά. Όπως είναι φυσικό, μερικές «ξερές» αναφορές στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου κάθε άλλο παρά προσέδιδαν σε αυτό παιδαγωγική αξία!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή, οι περιορισμοί στην έκταση των επιστημονικών άρθρων χαλάρωσαν σημαντικά ή και εξαλείφθηκαν πλήρως. Μάλιστα, και με δεδομένη την άρση των παραπάνω περιορισμών, πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται.

Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!

Παραδόξως, οι θετικοί επιστήμονες – που έχουν τη χειρότερη φήμη για το δυσνόητο των θεμάτων τους και την αναπόφευκτη στρυφνότητα της επιστημονικής τους γραφής – είναι εκείνοι που δείχνουν να σέβονται περισσότερο αυτό τον άγραφο νόμο. Παραπέμπω, ως παράδειγμα, στα εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας άρθρα στις φυσικές επιστήμες, τα οποία δημοσιεύονται σε αυτό εδώ το site και την αντίστοιχη κυριακάτικη εφημερίδα.

Αυτό που μερικές φορές προσωπικά με προβληματίζει είναι η ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Εκεί ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα.

Οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή! Επίσης – αυτό το γνωρίζουν καλά οι αναγνώστες – ένα φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, ιστορικό, κλπ., άρθρο γραμμένο από εκπρόσωπο του ακαδημαϊκού χώρου σε μια εφημερίδα ή κάποιο ειδησεογραφικό site ευρείας επισκεψιμότητας, δεν επιτρέπεται να περιέχει ακατάληπτους νεολογισμούς και δυσνόητες ορολογίες σε ποσοστό μικρότερο του 10-20% (το λέω, ασφαλώς, καθ’ υπερβολήν και με αίσθηση πικρού χιούμορ). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων.

Αυτό που δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε είναι ότι ο Δάσκαλος (με δέλτα κεφαλαίο) δεν εξασκεί απλά ένα επάγγελμα αλλά υπηρετεί ένα λειτούργημα. Ο παιδαγωγικός του ρόλος, επομένως, δεν εξαντλείται μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή ενός αμφιθεάτρου, ούτε μέσα σε προκαθορισμένα ωράρια εργασίας, αλλά εκτείνεται κάθε στιγμή σε κάθε του επαφή με την κοινωνία. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του.

Αυτή η τελευταία αδυναμία θα μπορούσε, ίσως, να συγχωρηθεί στους ποιητές. Αυτοί όμως ούτως ή άλλως δεν μπορούν – ίσως κι ούτε πρέπει – να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Στους κοινούς θνητούς που έχει ανατεθεί το βάρος της παιδαγωγικής καθοδήγησης της κοινωνίας (όχι μόνο εκείνου του μικρού τμήματός της που χωρά σε ένα αμφιθέατρο) αντιστοιχούν διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια. Και, σε αντίθεση με ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε, οι σημαντικότεροι κριτές μας δεν είναι οι φοβεροί referees των επιστημονικών περιοδικών: Είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Advertisements
Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΒΗΜΑ – Το φάντασμα του «μοναχικού λύκου» και η νέα κοινωνία δεδομένων

Στην υπέροχη ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου» (1958), ο Γιάννης Μαρής περιέλαβε στο σενάριό του έναν από τους ωραιότερους διαλόγους που έχουν ακουστεί στο ελληνικό σινεμά:

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα! 

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές… Ένα όνειρο όμως, ένα φάντασμα, πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή! 

Βέβαια, το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να προκαλέσει το φάντασμα ενός περασμένου – έστω κι αν όχι ξεχασμένου – εραστή είναι η προσωρινή διατάραξη της συζυγικής γαλήνης ενός κατά τα άλλα ευτυχισμένου ζευγαριού (αυτό τουλάχιστον μας διδάσκει η ταινία). Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν «φαντάσματα» που απειλούν σήμερα πολύ περισσότερες και πιο κρίσιμες βεβαιότητές μας. Πάνω απ’ όλα, το ίδιο το αίσθημα της ασφάλειάς μας, εκείνο που μας επέτρεπε κάποτε να βαδίζουμε ανέμελα στους δρόμους μιας πόλης, να απολαμβάνουμε ελεύθερα τις υπηρεσίες των μέσων μεταφοράς, ή να περνάμε ξένοιαστες στιγμές σε κάποιο χώρο μαζικής διασκέδασης…

Το πώς θα αντιμετωπίσει η (κάθε) συντεταγμένη Πολιτεία το χαοτικό φαινόμενο της αυτονομημένης και όχι κεντρικά ελεγχόμενης τρομοκρατίας, είναι ζήτημα που μας ξεπερνά και δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να το θίξουμε. Το ερώτημα που εξίσου απασχολεί, όμως, είναι η ανταπόκριση της ίδιας της κοινωνίας στο νέο αυτό είδος μονόπλευρου πολέμου, όπου ο κάθε φιλήσυχος κι ανυποψίαστος πολίτης είναι στις συνειδήσεις κάποιων ένας «στρατιώτης του εχθρού» που πρέπει να αφανιστεί! Κι αυτοί οι «κάποιοι» μοιάζουν με φαντάσματα, δεν έχουν σχήμα και μορφή. Όταν τελικά την αποκτήσουν, είναι ήδη αργά για τα θύματα της παρανοϊκής δολοφονικής τους μανίας…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αναμφίβολα ο πιο αιματηρός πόλεμος της Ιστορίας. Μέσα σ’ αυτόν καταγράφηκαν μερικά από τα φρικτότερα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε ο Άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του. Αν κατάφεραν, τελικά, να υπάρξουν νικητές είναι γιατί απέναντί τους είχαν έναν απόλυτα οριοθετημένο και ξεκάθαρα προσδιορισμένο εχθρό: τον Φασισμό. Κυρίως στην αποκρουστικότερη εκδοχή του, αυτήν του Ναζισμού.

Σήμερα, η πολιτισμένη Δύση (παρά τις όποιες ενστάσεις, θα επιμείνω στην μη τοποθέτηση εισαγωγικών…) βιώνει ένα άλλο είδος πολέμου, απέναντι σε ένα διαφορετικό είδος βαρβαρότητας. Μια βαρβαρότητα που τούτη τη φορά δεν σχετίζεται με εθνική υπεροψία ή με ιδεοληπτικό ρατσισμό, αλλά με τυφλό θρησκευτικό φανατισμό που οδηγεί στο δόγμα πως ο «άπιστος» δεν πρέπει να έχει δικαίωμα στη ζωή!

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα είδος εξοντωτικού «νεο-ναζισμού» όπου η έννοια της ράτσας υποκαθίσταται από εκείνη της απόλυτης θρησκευτικής συμμόρφωσης και υποταγής, ενώ τη θέση του “Mein Kampf” παίρνει ένα ιερό βιβλίο που στο όνομά του έχουν χυθεί ποταμοί ανθρώπινου αίματος. Στόχος αυτού του νέου ολοκληρωτισμού είναι ο μετασχηματισμός των κοινωνιών με βάση ιδέες, ήθη και πρότυπα που καταργούν πολιτισμικές κατακτήσεις αιώνων και επιχειρούν να γυρίσουν την ανθρωπότητα στις πιο σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας της.

Ο εχθρός, όμως, σ’ αυτό τον πόλεμο είναι ακόμα πιο ύπουλος και πιο επικίνδυνος, γιατί είναι κατ’ ουσίαν αόρατος. Δεν φορά στολή Ναζί, δεν οδηγεί τανκ, ούτε παρελαύνει ομαδικά και συντεταγμένα σε δρόμους κατακτημένων πόλεων. Μπορεί να έχει μορφή γνώριμη κι «ακίνδυνη». Όπως εκείνη του ήσυχου και συνεσταλμένου νεαρού φοιτητή που μένει στο διπλανό σπίτι, ή κάποιου φαινομενικά άκακου οικογενειάρχη δυο δρόμους παρακάτω, τον οποίο η τοπική κοινωνία θεωρούσε πάντα κι αντιμετώπιζε σαν έναν «δικό της άνθρωπο».

Ο εχθρός τώρα είναι αυτός ακριβώς που δεν περιμένεις πως είναι εχθρός! Κάποιος που ποτέ δεν σε άφησε να καταλάβεις το μίσος που κουβαλούσε μέσα του για τον δικό σου πολιτισμό, μέσα στον οποίο έχει εμφιλοχωρήσει σαν κακό μικρόβιο που καταστρέφει τον οργανισμό που το φιλοξενεί… Ο εχθρός – φάντασμα είναι ένας αυτονομημένος και οργισμένος «μοναχικός λύκος» που, έτσι ξαφνικά και απροειδοποίητα, χωρίς την παραμικρή πρόκληση και δίχως εμφανή αιτία, μπορεί να διαπράξει στη μέση του δρόμου τα φρικτότερα εγκλήματα από εποχής Άουσβιτς, στο όνομα μιας ιδεολογίας που αποτελεί διαστροφική παραποίηση θρησκευτικής πίστης…

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του παρανοϊκού αυτού πολέμου πάνω στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αδύνατο να προβλεφθούν απόλυτα, αφού υπεισέρχεται μία ατέλειωτη σειρά παραμέτρων που είναι δύσκολο να ελεγχθούν επακριβώς και είναι τόσο ευαίσθητες ώστε η σχέση αιτίου – αιτιατού να προσλαμβάνει χαοτικό χαρακτήρα. Ένα από τα πιθανά αποτελέσματα – ίσως το χειρότερο όλων – είναι η ενδυνάμωση ενός φαινομένου της εποχής: η βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης ατομικότητας σε πληροφορία. Ας δούμε το σενάριο συνοπτικά:

Το αίσθημα της δημόσιας ασφάλειας καταρρέει, και μαζί με αυτό καταργείται η εμπιστοσύνη προς οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί «ξένο» ή «διαφορετικό» σε μία κοινωνία. Με σκοπό την καλύτερη προστασία της ζωής του, ο πολίτης πρόθυμα πλέον καταθέτει το δικαίωμά του στην ιδιωτικότητα στα χέρια μηχανισμών της εξουσίας, ενώ παράλληλα τείνει να γίνεται όλο και περισσότερο εσωστρεφής, προτιμώντας συχνά την ασφάλεια του σπιτιού του από την αβεβαιότητα του έξω κόσμου. Κοινωνικός του χώρος γίνονται τώρα κατά κύριο λόγο τα social media, μέσα στα οποία πιστεύει πως μπορεί να αισθάνεται «πιο ασφαλής».

Έτσι, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το άτομο απομακρύνεται βαθμιαία από την κοινωνία των ανθρώπων, εντάσσοντας τον εαυτό του ως σχεδόν απρόσωπο user name σε μία «κοινωνία δεδομένων». Και, δίχως καν να το υποπτεύεται, γίνεται εξάρτημα σε ένα αριστοτεχνικά στημένο οικονομικό παιχνίδι, αφού η παραμικρή πληροφορία και το κάθε δεδομένο – ναι, ακόμα και τα αθώα “Like” στο Facebook! – καταγράφονται συστηματικά από την αγορά και αξιοποιούνται με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί, εν τέλει, «πώς τρελάθηκαν» έτσι ξαφνικά μερικοί άνθρωποι και βγήκαν στους δρόμους για να σκοτώσουν τυφλά κι απρόκλητα και να σκοτωθούν. Είναι, άραγε, οι πολιτικές της «κακής Δύσης» προς τον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο» (ζητώ συγνώμη για την αδόκιμη αλλά πρακτικά αναπόφευκτη χρήση του όρου) ικανές από μόνες τους να δικαιολογήσουν αυτή τη δολοφονική παράνοια που βιώνουμε σήμερα; Επί πλέον, πόσο θα μπορούσαν όλα αυτά να επιταχύνουν την ήδη διαφαινόμενη βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης κοινωνίας σε κοινωνία δεδομένων, όπου το άτομο τείνει να αποτελέσει μονάδα κωδικοποιημένης πληροφορίας;

Ένα σκοτεινότερο ερώτημα – ίσως και να ακούγεται σαν θεωρία συνωμοσίας – αφορά το κατά πόσον η παραπάνω μετάλλαξη όντως υπήρξε αναπόφευκτο προϊόν μιας περίπλοκης κι ανασφαλούς εποχής, καθώς και δυσάρεστη παρενέργεια μιας ασυγκράτητης τεχνολογικής προόδου, και όχι το εξαρχής ζητούμενο σε κάποιες αόρατες μεθοδεύσεις…

Δεν ισχυρίζομαι, φυσικά, ότι διαθέτω τις απαντήσεις. Τα ίδια τα ερωτήματα, όμως, τρομάζουν. Ίσως ακόμα περισσότερο κι από την πρωταρχική αιτία που τα προκάλεσε…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Γιατί, τελικά, ο Χίτλερ είναι πιο κακός από τον Στάλιν;

Κατά αναπάντεχο(;) τρόπο ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο της εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας ένα ιστορικό debate που έχει πάψει ίσως να απασχολεί ακόμα και τους ίδιους τους ιστορικούς. Τους περισσότερους, τουλάχιστον, και ιδιαίτερα εκείνους που εστιάζουν πλέον στην πραγματιστική (π.χ., πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική) παρά στην ηθική διάσταση των ιστορικών γεγονότων.

Το debate αυτό έχει να κάνει με ένα ερώτημα ηθικής φύσης που, αν και ακούγεται απλοϊκό, αποδίδει την ουσία του ζητήματος: Ποιος ήταν, τελικά, πιο κακός, ο Χίτλερ ή ο Στάλιν; Την απάντηση αναζήτησε σχετικά πρόσφατα ο σημαντικός Αμερικανός ιστορικός Timothy D. Snyder [1,2], παίρνοντας ως βασικό κριτήριο αξιολόγησης τον αριθμό των άμαχων θυμάτων από κάθε πλευρά, ιδίως εκείνων που σχετίζονταν με τις εθνικές ή τις εθνοτικές πολιτικές των δύο δικτατόρων. Την έρευνα του Snyder είχαμε παρουσιάσει σε παλιότερο, εκτενές άρθρο μας σε αυτό το site [3].

Όμως, για την ηθική αποτίμηση ενός μαζικού εγκλήματος δεν αρκεί η καταμέτρηση των θυμάτων, που και στις δύο περιπτώσεις ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια. Θα πρέπει να εξεταστούν τόσο τα ιδεολογικά κίνητρα, όσο και τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος. Σε ό,τι αφορά τα δεύτερα, δεν θα επιχειρήσω να εξετάσω κατά πόσον, π.χ., μια μαζική δολοφονία από προσχεδιασμένο λιμό είναι «λιγότερο κακή» από μια μαζική δολοφονία σε θαλάμους αερίων. Αυτό θα το αφήσω απόλυτα στην κρίση του αναγνώστη. Εκείνο που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το «γιατί» των εγκλημάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά όχι τις τυχόν πολιτικές ή πολεμικές σκοπιμότητες που τα υπαγόρευσαν, αλλά αυτό τούτο το ιδεολογικό υπόβαθρο που τα ενέπνευσε.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα (με μικρές, αναγκαίες τροποποιήσεις) ενός παλιότερου άρθρου μου στο «Βήμα». Έχω την αίσθηση ότι, ούτως ή άλλως, είναι τώρα πολύ περισσότερο επίκαιρο απ’ ό,τι ήταν τη στιγμή που πρωτο-δημοσιεύθηκε. Τότε ήταν μία ενδιαφέρουσα ακαδημαϊκή άσκηση. Σήμερα ίσως ρίξει λίγο παραπάνω φως σε μια χρονολογούμενη – αλλά σχετικά ξεθωριασμένη πλέον – ιδεολογική διαμάχη, στην οποία κάποιοι, για λόγους συγκυριακής πολιτικής σκοπιμότητας, αποφάσισαν να δώσουν καινούργια ζωή ανασύροντας σκελετούς από τα φριχτότερα ντουλάπια της νεότερης Ιστορίας…

——————————–

Αν έκανε κάποιος μια δημοσκόπηση με ερώτημα: «ποιο, κατά τη γνώμη σας, ήταν το πιο κακό πρόσωπο του εικοστού αιώνα;», το αποτέλεσμα θα ήταν μάλλον προβλέψιμο: «ο Άντολφ Χίτλερ»! Κι αν ήθελε κανείς να αιτιολογήσει την απάντησή του, θα αναφερόταν στον πιο αιματηρό πόλεμο της Ιστορίας, στην απάνθρωπη σκληρότητα των Ες-Ες και στο Άουσβιτς.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο Χίτλερ έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις μας με την ίδια την έννοια του Κακού. Θα λέγαμε, αποτελεί μια πρωταρχική ενσάρκωση της έννοιας αυτής, της προσδίδει μορφή και ονοματεπώνυμο. Το «γιατί», όμως, που ερμηνεύει αυτή την ταύτιση απαιτεί βαθύτερες θεωρήσεις και σίγουρα δεν εξαντλείται στην απλή καταμέτρηση ιστορικών εγκλημάτων.

Πράγματι, ο Χίτλερ δεν ήταν ο μοναδικός μεγάλος εγκληματίας του εικοστού αιώνα. Τον συναγωνίστηκε επάξια ο σύγχρονός του Γιόζεφ Στάλιν, υπεύθυνος για εκατομμύρια θανάτους από λιμούς και εκτελέσεις στο πλαίσιο απάνθρωπων εθνικών και εθνοτικών εκκαθαρίσεων. Και όμως… η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού!

Αναζητώντας κάποια εξήγηση στο φαινόμενο, καταλήγουμε στο επικό σύγγραμμα “Explaining Hitler” [4,5] του Αμερικανού δημοσιογράφου, λογοτέχνη και ιστορικού Ron Rosenbaum (γεν. 1946). Εκεί, ο συγγραφέας αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, επιχειρεί μια κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα είναι μάλλον μελαγχολικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Στο βιβλίο του Rosenbaum, εν τούτοις, βρίσκει κανείς και μερικές πολύ αξιοπρόσεκτες φιλοσοφικές τοποθετήσεις πάνω στον χαρακτήρα του Χίτλερ και τη σχέση του με την ιδέα του Κακού. Μία από αυτές ανήκει στον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003). Σύμφωνα με αυτόν, ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τον Fackenheim, ο Χίτλερ δεν είναι απλά ένας «πολύ, πολύ, πολύ κακός άνθρωπος», με τη συνήθη έννοια της ανθρώπινης κακίας, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό και έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ψυχολογία αλλά στη Θεολογία (αφού η εξήγησή του, αν υπάρχει, μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό). Υπάρχει, έτσι, ένας ριζικός διαχωρισμός ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη φύση του Χίτλερ, ανάμεσα στο συνηθισμένο Κακό και το ακραίο Κακό που αυτός αντιπροσωπεύει. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ίδιας της φύσης του Κακού, έτσι ώστε να περιλάβει τη μορφή του Κακού που επέφερε το καθεστώς του Χίτλερ.

Ποια είναι, όμως, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «συνηθισμένο Κακό» και στο «Κακό του Χίτλερ»; Αν θέλαμε να δώσουμε μία εξήγηση (ενδεχομένως όχι τη μοναδική που υφίσταται) θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η διαφορά ανάμεσα στο Κακό που διαπράττει κάποιος που διατηρεί τη συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης του, και στο Κακό που διαπράττει κάποιος άλλος που έχει απολέσει αυτή τη συναίσθηση και λειτουργεί ως οιονεί υποκατάστατο του ίδιου του Θεού!

Την ιδέα του Θεού την αντιλαμβανόμαστε εδώ ως μία Αρχή η οποία μπορεί να καθορίζει και να εκκινεί νόμους αιτιότητας, χωρίς η ίδια η Αρχή να υπόκειται σε αυτούς (κάτι ανάλογο με το αριστοτελικό μη-κινούμενο που κινεί). Η ανθρώπινη ύπαρξη, αντίθετα, υπόκειται στους αιτιατικούς νόμους που διέπουν τη Φύση, αφού αποτελεί μέρος της Φύσης και βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από τις διεργασίες που συντελούνται μέσα σε αυτή. Έτσι, η ανθρώπινη αυτοσυντήρηση υπακούει στην αιτιότητα και είναι δυνατό να καθοδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από φιλοσοφική άποψη, παρουσιάζει η περίπτωση όπου ο άνθρωπος αποκτά κάποιας μορφής εξουσία που του δίνει τη δυνατότητα να αποφασίζει για τη ζωή ή το θάνατο του συνανθρώπου του. Ο στρατιώτης, για παράδειγμα, έχει a priori ένα τέτοιο είδος εξουσίας πάνω στον αντίπαλο στρατιώτη στη διάρκεια της μάχης, η οποία (εξουσία) σχετίζεται με το δικαίωμα στην αυτοσυντήρηση και την υποχρέωση υπεράσπισης της πατρίδας. Επίσης, η Πολιτεία είναι δυνατό, αν έτσι ορίζουν οι νόμοι της, να στέλνει στο απόσπασμα ή στην ηλεκτρική καρέκλα έναν κατά συρροή δολοφόνο ώστε να απαλλάξει την κοινωνία από ένα άτομο που την απειλεί και να αποθαρρύνει άλλους να το μιμηθούν.

Αλλά, ακόμα και ο Στάλιν, που έκανε εξίσου φριχτά μαζικά εγκλήματα με αυτά του Χίτλερ, τα διέπραξε μέσα σε μια – απάνθρωπη μεν, κτηνώδη ίσως, αλλά σε κάθε περίπτωση υπαρκτή – λογική «αυτοσυντήρησης» του καθεστώτος του.

Αντίθετα, στον ακραίο, δολοφονικό ρατσισμό του Χίτλερ, ο άνθρωπος (ο Χίτλερ ή οι Ναζί, γενικότερα) αναλαμβάνει να παίξει τον ίδιο το ρόλο του Θεού. Δεν περιορίζεται στην εξόντωση εκείνων που αντικειμενικά απειλούν την αυτοσυντήρηση τη δική του και του έθνους του αλλά αποφασίζει αυθαίρετα να εξοντώσει και όσους εκείνος κρίνει ότι δεν θα έπρεπε να υφίστανται ως είδος επί Γης. Κριτήριο που μόνο σε έναν Θεό αναλογεί!

Το επιχείρημα περί δήθεν ύπαρξης και κάποιων «αυτοσυντηρητικών» ελατηρίων στα εγκλήματα του Χίτλερ, είναι επιεικώς αφελές. Έστω κι αν δεχθούμε, π.χ., ότι ένας πάμπλουτος Γερμανο-εβραίος τραπεζίτης θα ήταν δυνατό (στο μυαλό του Χίτλερ) να αποτελεί ένα είδος «απειλής» για το ναζιστικό καθεστώς, πώς θα μπορούσε να απειλήσει την πανίσχυρη Γερμανία ένας φτωχός Εβραίος χωρικός κάπου στα βάθη της Τσεχίας, της Πολωνίας ή της Ουκρανίας;

Ο Χίτλερ, λοιπόν, επιφύλαξε για τον εαυτό του τον ρόλο ενός «θεού-τιμωρού» που μπορούσε να επιβάλλει την ποινή του θανάτου με κριτήρια αυθαίρετα, που δεν σχετίζονταν με μια αληθινή ανάγκη κοινωνικής ή εθνικής αυτοσυντήρησης αλλά αντανακλούσαν μια βαθιά πεποίθηση ότι ο Κόσμος δεν είχε εξαρχής σχεδιαστεί «σωστά». Έτσι, ένα υποσύνολο του ανθρώπινου είδους που δεν θα ‘πρεπε καν να είχε υπάρξει, όφειλε να αφανιστεί.

Ο Χίτλερ αυτο-χρίστηκε, θα λέγαμε, νέος «θεός» που βάλθηκε να τιμωρήσει τον Θεό των ανθρώπων για τα «λάθη» της Δημιουργίας. Δεν θα μπορούσε να δώσει κάποιος τελειότερο ορισμό του Κακού!

Τούτων λεχθέντων, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την ιστορική συν-ευθύνη των ίδιων των Γερμανών, απαλλάσσοντάς τους έτσι από τις ενοχές για το Ολοκαύτωμα και τα άλλα ναζιστικά εγκλήματα. Ένας επίγειος «θεός», για να κυριαρχήσει και να επιβάλει τις θελήσεις του, έχει ανάγκη από πιστούς που τον αποθεώνουν και, κυρίως, τον υπακούουν. Και αυτά τα προσέφερε γενναιόδωρα ο γερμανικός λαός στον Χίτλερ! Όμως, αυτό είναι ζήτημα που απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση [6].

——————————–

Αναφορές: 

[1] Timothy Snyder, “Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin” (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” (The New York Review of Books)
http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/ 

[3] Κ. Παπαχρήστου, «Χίτλερ-Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας» 
http://www.aixmi.gr/index.php/hitler-stalin-dyo-terata-sto-zygo-tis-istorias/ 

[4] Ron Rosenbaum, “Explaining Hitler: The Search for the Origins of his Evil” (New York: Random House, 1998)

[5] Ελληνική Έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (Εκδόσεις Κέδρος, 2001)

[6] Κ. Παπαχρήστου, «Το Πείραμα του Stanford και οι δαίμονες του Goldhagen» 
http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=681064 

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΒΗΜΑ – Σπασμένες βιτρίνες στην οδό Ερμού: Ένα χρονικό κρίσης

Μερικά γεγονότα της εποχής:

1. Κουκουλοφόροι επιτίθενται πρόσφατα και τραυματίζουν τουρίστα στο κέντρο της Αθήνας, επειδή ψώνιζε ημέρα Κυριακή. Η αστυνομία ωσεί απούσα…

2. Την επόμενη μέρα, οι ίδιοι (προφανώς) κουκουλοφόροι καταστρέφουν βιτρίνες και μάρμαρα σε δεκάδες καταστήματα της οδού Ερμού υπό το «διακριτικό» – και εξ αποστάσεως – βλέμμα της Αστυνομίας, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό τη διαφωνία τους για κάποια μη-αρεστή σε αυτούς απόφαση της – καθυβριζόμενης από την κυβέρνηση – Δικαιοσύνης…

3. Σχεδόν καθημερινά, τα ίδια άτομα επιτίθενται απρόκλητα στις αστυνομικές δυνάμεις και προκαλούν ολικές καταστροφές σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία στο κέντρο της πόλης, με «θύματα» ακόμα και μαζικά μέσα μεταφοράς τα οποία κατακαίουν…

Πριν σπεύσουμε να συνδέσουμε τα νοσηρά αυτά φαινόμενα αστικής βίας και κρατικής ολιγωρίας, με τη συγκυρία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ας θυμηθούμε ότι όλα αυτά δεν συμβαίνουν για πρώτη φορά στη χώρα. Τα είχαμε συνηθίσει από παλιά, και τα είδαμε μάλιστα να κορυφώνονται με την έναρξη των μνημονίων.

Το να αναζητούμε τα αίτια της διαχρονικής απάθειας της Πολιτείας απέναντι στην παράνομη βία του «κράτους των Εξαρχείων» είναι τόσο μάταιο όσο και το να αναρωτιόμαστε γιατί η ίδια αυτή Πολιτεία τόσα χρόνια δεν αντιμετωπίζει αποφασιστικά τη βία στο ποδόσφαιρο. (Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι δύο μορφές βίας είναι «συγκοινωνούντα δοχεία» και ότι πολλά πρόσωπα δραστηριοποιούνται και στους δύο χώρους ταυτόχρονα. Εμείς στην ΑΕΚ, τουλάχιστον, το γνωρίζουμε αυτό από παλιά…) Και λέω πως είναι μάταιο γιατί επίσημες απαντήσεις στα ζητήματα αυτά ούτε πήραμε, ούτε φαίνεται πως θα πάρουμε ποτέ…

Όμως, εκεί που απουσιάζει η πολιτική βούληση αφθονεί η πολιτική ρητορεία! Οι μη-αριστερές κυβερνήσεις καταδίκαζαν πάντοτε, ασφαλώς, την ιδεολογία και τη δράση των ακραίων ομάδων – άσχετα βέβαια αν ελάχιστα έπραξαν για να τις διαλύσουν οριστικά, απαλλάσσοντας το κέντρο της πρωτεύουσας από ένα χρονίζον πρόβλημα που γελοιοποιεί απόλυτα το κράτος.

Αυτό που ιδιαίτερα ενοχλεί, εν τούτοις, σε ό,τι αφορά την τρέχουσα διακυβέρνηση της χώρας είναι όχι τόσο η συνεχιζόμενη κρατική απάθεια απέναντι στα επικίνδυνα αυτά φαινόμενα κοινωνικής αυτονόμησης (είχαμε συνηθίσει, άλλωστε, αυτή την απάθεια από παλιά) όσο η εκνευριστικά προκλητική έκφραση «κατανόησης» και ανοχής στα εν λόγω φαινόμενα (αν όχι και η ευθεία πολιτική κάλυψή τους) όπως προκύπτει από επίσημες ή ανεπίσημες δηλώσεις στελεχών της Αριστεράς.

Αν και το ζήτημα αφορά περισσότερο την εικόνα και λιγότερο την ουσία των πραγμάτων, θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρήσουμε μια ανάλυση της πολιτικά οξύμωρης «φιλικής» στάσης της σημερινής κυβέρνησης προς εκείνους που έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους την έμπρακτη αμφισβήτηση αυτής τούτης της ιδέας της εξουσίας. Προς το σκοπό αυτό, θα ήταν χρήσιμη μια επιγραμματική σταχυολόγηση γεγονότων από το «χρονικό της κρίσης»:

1. Ο υπέρμετρος δανεισμός της μεταπολιτευτικής περιόδου (για τον οποίο ενοχοποιείται, εν μέρει τουλάχιστον, η γιγάντωση του λεγόμενου «πελατειακού κράτους» από όλους, σχεδόν, όσους κυβέρνησαν) οδηγεί σε βαθμιαίο εκτροχιασμό της οικονομίας και, τελικά, σε κρίση χρέους. Περιστασιακές απόπειρες εξορθολογισμού και σχετικού «συμμαζέματος» της οικονομίας από σώφρονες (πλην όχι διαθέτοντες λαϊκιστικό χάρισμα) πολιτικούς ηγέτες, έχουν προσκρούσει στις λυσσώδεις αντιδράσεις των – ελεγχόμενων κυρίως από την Αριστερά – εργατικών συνδικάτων του δημόσιου τομέα και έχουν αποτύχει.

2. Μονόδρομος πλέον για την αποφυγή ολικής χρεοκοπίας της χώρας είναι η καταφυγή σε ad hoc πρόγραμμα σωτηρίας από τους ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ. Αυτονόητα, το πρόγραμμα συνοδεύεται από εκχώρηση δικαιώματος επιτήρησης της εθνικής οικονομίας στους δανειστές, το οποίο επισφραγίζεται με τα περίφημα (και υπέρμετρα δαιμονοποιηθέντα) μνημόνια.

3. Τα μνημόνια επιβάλλουν περιορισμούς στις δημόσιες δαπάνες και, όπως είναι φυσικό, περικόπτουν προνόμια στο Δημόσιο. Η Αριστερά κινητοποιεί και πάλι τα συνδικάτα που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της, ενώ ένα μέρος της (προς τιμήν του, όχι το πλέον παραδοσιακό κομμάτι της) επιδεικνύει πολιτική «κατανόηση» και ανοχή στη δράση κουκουλοφόρων εξτρεμιστών που, με κάθε ευκαιρία ψήφισης μνημονιακών νόμων, πυρπολούν και καταστρέφουν την πρωτεύουσα (σε μία τραγική περίπτωση, ακόμα και δολοφονούν νέους ανθρώπους που «τολμούν» να εργάζονται σε μέρα γενικής απεργίας).

4. Αντιλαμβανόμενοι ότι τα «αστικά» κόμματα δεν έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις που υποκινεί η Αριστερά και να θεσμοθετήσουν τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπουν τα μνημόνια, οι δανειστές «τραβούν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια» της κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας μαθηματικά στην ανάληψη της εξουσίας από το υποτιθέμενα «εκσυγχρονιστικό» κομμάτι της Αριστεράς.

5. Παρά τους αρχικούς αντιμνημονιακούς λεονταρισμούς της, η Αριστερά γνωρίζει καλά ότι για να διατηρηθεί στην εξουσία, αλλά και για να μην κηλιδώσει ανεξίτηλα την Ιστορία της, δεν θα πρέπει να συνδέσει το όνομά της με την οριστική χρεοκοπία της χώρας αλλά, αντίθετα, με την τελική έξοδο από την κρίση. Αυτό εξ ορισμού προϋποθέτει επιτυχία του προγράμματος διάσωσης, πράγμα όμως που οδηγεί σε συνέχιση και διεύρυνση των μνημονιακών υποχρεώσεων.

6. Ώσπου φτάνουμε στο παρανοϊκό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Η κυβέρνηση κατά βάθος ελπίζει σε επικράτηση του «ΝΑΙ» έτσι ώστε να έχει δεδηλωμένη λαϊκή έγκριση για τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής, η οποία σύντομα θα επέφερε νέα σκληρά μέτρα. Πέφτει όμως μέσα στο λάκκο που η ίδια έσκαψε, αφού ο πάντα αφελής λαός κάνει τη δική του οιονεί επανάσταση ψηφίζοντας «ΟΧΙ»!

7. Οι δανειστές ούτε εξοργίζονται (παρά την «αγανάκτηση» Γιούνκερ) ούτε ανησυχούν. Γνωρίζουν ότι εκείνοι έχουν το πάνω χέρι και, επί πλέον, καλοδέχονται την επιβολή των capital controls, αφού έτσι αφενός ελέγχεται η εκροή κεφαλαίων από τις τράπεζες, αφετέρου ανοίγει ένας δρόμος αποτελεσματικότερου ελέγχου της φοροδιαφυγής μέσω της χρήσης πλαστικού χρήματος.

8. Η κυβερνώσα Αριστερά καλείται τώρα να διαχειριστεί ένα δικό της, εσωτερικό πρόβλημα πολιτικής αυτοσυντήρησης. Έχοντας ήδη απολέσει το ακραίο κομμάτι της, το οποίο την εγκατέλειψε μετά το «δικό της» μνημόνιο, έχει να αντιμετωπίσει και την έλλειψη αντοχών των βουλευτών της, που επικρίνονται από την κοινωνία για την αδιαμαρτύρητη ψήφιση όλων των μνημονιακών νόμων (η οποία κοινωνία, εν τούτοις, έχει αναδείξει και πάλι στην εξουσία την «μνημονιακή», πλέον, Αριστερά σε νέες εκλογές!).

9. Το μόνο που θα μπορούσε να σώσει τα προσχήματα και να αμβλύνει τις αντιδράσεις της ακραίας πτέρυγας του κόμματος είναι η διατήρηση (αν όχι η ενίσχυση) ενός αριστερού επαναστατικού προφίλ. Επανέρχεται η παραδοσιακή αριστερή δαιμονοποίηση του όρου «νόμος και τάξη» και επιβάλλεται ένα ιδιότυπο καθεστώς ανοχής στην ανομία, αν αυτή μπορεί να «σερβιριστεί» ως κοινωνικός ακτιβισμός που προωθεί τα επαναστατικά οράματα της Αριστεράς.

10. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, η αριστερή κυβέρνηση αντιμετωπίζει με σχεδόν προκλητική χαλαρότητα τη δράση ομάδων «αντιεξουσιαστών», όχι μόνο αφήνοντάς τους να καίνε, να καταστρέφουν και να βιαιοπραγούν ανενόχλητα (το ίδιο έκαναν, ουσιαστικά, και οι προηγούμενες κυβερνήσεις) αλλά δίνοντάς τους επιπροσθέτως και πολιτική κάλυψη, αφού η ίδια η εξουσία αρνείται να καταδικάσει ευθέως ως εγκληματική τη δράση τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, ακόμα και η ίδια η τρομοκρατία (που, ας μην κρυβόμαστε, έχει τις αφετηρίες της κυρίως στον «αντιεξουσιαστικό» χώρο) βαφτίζεται ως «πολιτική δράση» με «κοινωνικά» κίνητρα…

Ως αντίβαρο, λοιπόν, στην εκ των πραγμάτων «αστικοποίησή» της, και για λόγους διατήρησης της έξωθεν «καλής» μαρτυρίας, η Αριστερά έχει επιδείξει, ως εξουσία, μία προκλητικά ανεκτική (αν όχι ξεκάθαρα φιλική) στάση απέναντι σε έναν υποτιθέμενα αριστερό κοινωνικό εξτρεμισμό. Ως ανταπόδοση των καλών προθέσεων της εξουσίας απέναντί τους, οι ακραίες αυτές ομάδες περιορίζουν τη δράση τους σε πράξεις εντυπωσιασμού, κυρίως, που, όσο βίαιες και «κοστοβόρες» για την Πολιτεία κι αν είναι, δεν στρέφονται ευθέως κατά του πυρήνα του κυβερνητικού έργου. Πρόκειται, δηλαδή, για πράξεις αντιπερισπασμού που κατά βάθος διευκολύνουν την κυβέρνηση να προωθήσει το μνημονιακό μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα, διατηρώντας παράλληλα σχετικά ατσαλάκωτο το αριστερό της προφίλ!

Επιστρατεύοντας τώρα όσον κυνικό πραγματισμό διαθέτουμε, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι λαός και δανειστές είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο εκδοχές εξουσίας:

Από τη μία, ένα γνώριμο και σχετικά ευπρεπές – αλλά πολιτικά και ιστορικά φθαρμένο – «αστικό» καθεστώς, το οποίο θα αδυνατούσε να φέρει εις πέρας τις εκ των μνημονίων απορρέουσες μεταρρυθμίσεις, κάτω από τις κλιμακούμενες αντιδράσεις της κοινωνίας αλλά και την απειλή του χάους και της βίας οργανωμένων περιθωριακών ομάδων.

Από την άλλη, ένα νεανικό, άφθαρτο, συμπαθητικά λαϊκιστικό «αντισυστημικό» καθεστώς, το οποίο διέθετε την έξωθεν καλή μαρτυρία και, κυρίως, την απαιτούμενη ανοχή τόσο από την κοινωνία, όσο και από τους περιθωριακούς – οι οποίοι, άλλωστε, ανέκαθεν συγγένευαν ιδεολογικά με το αριστερό άκρο της παθογενούς αυτής εκδοχής της Αριστεράς. (Προς τιμήν της – το λέω και πάλι – η παραδοσιακή Αριστερά ουδέποτε επεδίωξε ή αποδέχθηκε τέτοιου είδους πολιτικές συγγένειες!)

Οι δανειστές γνώριζαν καλά ποιοι θα μπορούσαν να περάσουν αναίμακτα τους σκληρούς μεταρρυθμιστικούς νόμους που απαιτούσε το πρόγραμμα σωτηρίας. Το πολύ-πολύ, ίσως να καίγονταν πάλι λίγα τρόλεϊ, ή να γίνονταν θρύψαλα μερικές ακόμα βιτρίνες καταστημάτων, έτσι, για να τηρηθεί το έθιμο (εξ άλλου, τι ανάγκη έχει από λίγα σπασμένα κρύσταλλα η οδός Ερμού, το σύμβολο του πλουτοκρατικού καταναλωτισμού στη λαϊκή συνείδηση του Έλληνα;). Ή ίσως, για λόγους πολιτικής επίφασης, να έπρεπε να μπουν προσωρινά στο συρτάρι μερικές αληθινά προοδευτικές κατακτήσεις του «αστικού» συστήματος εξουσίας, όπως π.χ. ο εκσυγχρονισμός της ανώτατης εκπαίδευσης (και, ειδικά, η ουσιαστική κατάργηση του «πανεπιστημιακού ασύλου» της ανομίας).

Δεν φαντάζομαι πως θα χρειαστεί να εκπονηθούν διδακτορικές διατριβές για να αναλυθεί ένα φαινομενικό κοινωνιολογικό παράδοξο. Πώς στο καλό, δηλαδή, ένας λαός που τόσο μίσησε τον Σόιμπλε, έκανε εκείνες ακριβώς τις επιλογές που θα διευκόλυναν τους σχεδιασμούς του! Χωρίς πάντως να ανήκω ο ίδιος σε εκείνους που θα ονόμαζαν αυτούς τους σχεδιασμούς «σκοτεινούς» ή, έστω, αθέμιτα ιδιοτελείς…

Όση απέχθεια κι αν τρέφει κανείς, λοιπόν, για τον (συχνά χυδαίο) λαϊκισμό του παρόντος συστήματος εξουσίας, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί πως άλλος δρόμος δεν υπήρχε για να αλλάξει πορεία η συγκεκριμένη χώρα με τον συγκεκριμένο λαό. Το μόνο που τώρα μένει να ελπίζουμε είναι πως, ίσως μαζί με τη χώρα, «μεταρρυθμιστεί» κάποτε και εκσυγχρονιστεί και το πολιτικό της σύστημα στο σύνολό του. Αυτό όμως μόνο η θέληση του ίδιου του λαού μπορεί να το επιβάλει. Τόσο αυτού που ψωνίζει στην οδό Ερμού, όσο κι εκείνου που απλά κοιτάζει τις βιτρίνες…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

«Ηθικά πλεονεκτήματα» ή ηθικά μειονεκτήματα;

 

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού Εμφυλίου Πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, που μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που έχει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Είναι – τηρουμένων των αναλογιών – σαν να ζητούμε να μάθουμε ποιος από τους δύο ήταν «ο πιο καλός»: ο Αδόλφος ή ο Ιωσήφ!

Το τελευταίο αυτό ερώτημα τέθηκε με σωστότερη διατύπωση, που επιδέχεται επί πλέον και μία «λογιστική», αν μη τι άλλο, απάντηση (με βάση τον αριθμό των θυμάτων), από τον Αμερικανό ιστορικό και καθηγητή του πανεπιστημίου Yale, τον Timothy Snyder. Ο Snyder, όπως είναι απόλυτα λογικό, ερευνά το ποιος από τους δύο δικτάτορες ήταν ο πιο κακός. Η μακρόχρονη προσπάθεια απάντησης στο ερώτημα αυτό οδήγησε σε μία από τις σημαντικότερες ιστορικές έρευνες της σύγχρονης εποχής [1-3].

Κατ’ αναλογία, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται από εμάς είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, για να έχει κάποιος ηθικό πλεονέκτημα θα πρέπει καταρχήν να είναι ηθικός. Και η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφύλιου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες και χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις, δεν ήταν πάντα μια πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Όπως γράφει ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής Νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg [4]:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές, και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα, πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μιας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια «μέσα» που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος το σκοπό! Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η Δεξιά παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικούς από τους χειρότερους υπανθρώπους της περιόδου της Κατοχής: εκείνους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Οι «άνθρωποι» αυτοί όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg [4]:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας, που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο…

Καταλήγουμε στο γενικό συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικές παρατάξεις που, σε οποιαδήποτε ιστορική στιγμή, επιδίωξαν την κυριαρχία σπέρνοντας το μίσος και τον διχασμό στη χώρα και τον λαό της. Μια εθνικά αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που, δυστυχώς, καλά κρατεί ως τις μέρες μας. Και, όπως πάντα, για όλα φταίνε «οι ξένοι»!

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος έχει το «ηθικό πλεονέκτημα» σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα συνεχίζεται – αυτό απαντήθηκε ήδη – αλλά ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, εν τούτοις, τον αναγνώστη. Δεν είναι πως δεν θέλω να δώσω μια απάντηση – κάθε άλλο. Μα φοβάμαι πως δεν την έχω ούτε κι εγώ…

Αναφορές: 

[1] Timothy Snyder, “Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin” (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, “Hitler vs. Stalin: Who Was Worse?” (The New York Review of Books, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/).

[3] Κ. Παπαχρήστου, «Χίτλερ – Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας»(http://www.aixmi.gr/index.php/hitler-stalin-dyo-terata-sto-zygo-tis-istorias/).

[4] Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment

ΤΟ ΒΗΜΑ – Κυβέρνηση και εξουσία: μύθοι και πραγματικότητες

Όπως ακούω και διαβάζω, το αφήγημα ανθίσταται στο χρόνο: η Αριστερά, λένε, έχει την κυβέρνηση αλλά όχι (απόλυτα, τουλάχιστον) την εξουσία! Και, αν κρίνουμε από επίσημες και ανεπίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, τούτο οφείλεται κατά μείζον μέρος στο ότι κάποιοι «ενοχλητικοί» θεσμοί (δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφέρω ποιοι) επιμένουν να διατηρούν την ανεξάρτητη λειτουργία τους. Αν και κορυφαίοι εκπρόσωποί τους, λίαν προσφάτως αποστρατευθέντες, κατάργησαν όλα τα προσχήματα αναλαμβάνοντας υψηλές κομματικές θέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο…

Σε ό,τι αφορά τις έννοιες καθαυτές, θα λέγαμε ότι αυτός που κυβερνά χαράσσει πολιτικές αλλά αυτός που εξουσιάζει έχει και τη δύναμη να τις εφαρμόσει. Αν σήμερα την εξουσία της κυβερνώσας Αριστεράς «απειλούν» θεσμοί που επιμένουν να είναι ανεξάρτητοι, καλό θα είναι να θυμηθούμε και τι εμπόδια συνάντησε η εξουσία των «αστικών» κομμάτων της μεταπολιτευτικής περιόδου, στα οποία χρεώνεται καθ’ ολοκληρία από την Αριστερά η οικονομική καταστροφή που βιώνουμε. (Το ποιοι ευθύνονται για τον πολιτιστικό αφανισμό της χώρας μας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενός ξεχωριστού σημειώματος…)

Αναμφίβολα, τα μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν ως την αρχή της κρίσης είναι απολύτως υπεύθυνα για τη δημιουργία και τη γιγάντωση του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Το ατόπημα των μαζικών, πολιτικά υστερόβουλων διορισμών δεν το διέπραξε, ασφαλώς, η πάντοτε αντιπολιτευόμενη Αριστερά!

Όμως, υπήρξαν ιστορικά και περιπτώσεις όπου ο αστικός χώρος προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να περιορίσει τις συνέπειες των δικών του λαθών. Δύο πρωθυπουργοί με όμοιο όνομα αλλά σημαντικές διαφορές ως προς τον σωματότυπο και την κομματική προέλευση, έδειξαν να αντιλαμβάνονται την καταστροφική πορεία που είχε πάρει η οικονομία και προσπάθησαν να συμμαζέψουν την κατάσταση πριν αυτή γίνει μη αναστρέψιμη. Βρήκαν όμως μπροστά τους τούς πανίσχυρους στρατούς των οργανωμένων μειοψηφιών: τα φοβερά, κομματικά ελεγχόμενα συνδικάτα του δημόσιου τομέα. Εκεί όπου η «μάχιμη» Αριστερά όχι μόνο αμφισβητούσε, αλλά και καταργούσε στην πράξη την εξουσία της αστικής δημοκρατίας!

Μεταφέρω ενδεικτικά ένα σκηνικό εποχής, από εκείνα που έχουν καταγραφεί πιο έντονα στη μνήμη μου:

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία επιχειρεί να νομοθετήσει ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που, με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζουν σαν χάδι από τη μύτη μιας καρφίτσας! Βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με τις πανίσχυρες συντεχνίες του δημοσίου, οι οποίες έχουν παραλύσει τη χώρα με σκληρές (θα έλεγα, απάνθρωπες για το κοινωνικό σύνολο) απεργίες.

Καθημερινές, πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση τόσο τα νοικοκυριά, όσο και πάμπολλες μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται κυριολεκτικά στα σκουπίδια, ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης θερινής ζέστης. Οι συγκοινωνίες είναι ανύπαρκτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπολειτουργούν. Και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων, που φτάνουν ως την απόλυτη κτηνωδία δημόσιων (και μάλιστα υπό τηλεοπτική κάλυψη) βιασμών!

Η Αριστερά, όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε «αστικής» αξιωματικής αντιπολίτευσης (για να μην ξεχνάμε!), βαφτίζουν τις συντεχνίες «λαό» και τις εκβιαστικές κινητοποιήσεις «κοινωνικούς αγώνες». Προσφέρουν αμέριστη πολιτική στήριξη στις απεργίες, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν επιδεικτικά τους αληθινά μη προνομιούχους που εργάζονται κατά κύριο λόγο στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς συνδικαλιστική προστασία και με ελάχιστες δυνατότητες διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, με βάση τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» (sic) για την περίοδο της απεργίας. Για την πολύπαθη κοινωνία, αυτό ήταν σαν να έχει υποστεί βιασμό και να της ζητείται να πληρώσει κι από πάνω τα έξοδα για την κοινωνική αποκατάσταση των βιαστών της!

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» δήλωσε προκλητικά (ή έτσι μου φάνηκε, τουλάχιστον) ότι η κυβέρνηση θα επιθυμούσε μια «κοινωνία χωρίς αντιστάσεις». Όπου ο όρος «κοινωνία» σήμαινε, στο δικό της λεξικό εννοιών, «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και «δημοκρατικός» πολίτης, στην «προοδευτική» γλώσσα της εποχής, θεωρείτο ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Λαμβάνοντας υπόψη, λοιπόν, την προηγούμενη πολιτική εμπειρία, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι καμία κυβέρνηση της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν απόλαυσε μια τόσο αδιατάρακτη εξουσία όσο η παρούσα κυβέρνηση. Κυρίως, γιατί κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο τόσο τις αντιδράσεις μιας ούτως ή άλλως κουρασμένης κοινωνίας, όσο και ενός στρατού οργανωμένων συμφερόντων ο οποίος κατά το παρελθόν αμφισβήτησε σθεναρά – κάποιες φορές ακόμα και βίαια – την εξουσία δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων.

Και εδώ φαίνεται πόσο αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος είναι η πολυαναμενόμενη τροποποίηση του συνδικαλιστικού νόμου. Θα λέγαμε, είναι προαπαιτούμενο οποιασδήποτε σοβαρής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στη χώρα. Γι’ αυτό, ίσως τα πάντα θα έπρεπε να είχαν ξεκινήσει από κει!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Ορίζοντας τον έρωτα: ένα Λιαντινικό αίνιγμα

1. Ο «γρίφος» του έρωτα

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής» του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού, από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη, συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» 

(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μια αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον ακαδημαϊκό χώρο των θετικών επιστημών, που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου…)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνοντας αυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μια εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα…

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό του Λιαντίνη με τον γνωστό Λιαντινικό συσχετισμό του έρωτα με την καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο. Αυτά μπορεί να αποτέλεσαν και να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης, το ίδιο το βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη! Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του…

2. Ο ιδανικός εραστής

Στον «Μικρό Κριτή», ο Λιαντίνης ορίζει ως ιδανικό εραστή εκείνον που μπορεί να κατανοήσει τη σύνθετη, πολυοργασμική ερωτική φύση της γυναίκας και να ανταποκριθεί – ακόμα και με κατάθεση δικής του οδύνης – στις απαιτήσεις της φύσης αυτής. Το κυρίαρχο δόγμα βασίζεται στην ετεροβαρή, κατά τον συγγραφέα, σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, έτσι όπως η ίδια η Φύση προστάζει:

«Η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. (…) Στον έρωτα όλα γίνουνται για το θηλυκό.» 

«Την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας.» 

«Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής, για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.» 

Ποιος είναι ο τρόπος λειτουργίας του δόκιμου εραστή κατά την «ερωτική σμίξη»; Ο Λιαντίνης την περιγράφει με μοναδική συμβολική και λογοτεχνική μαεστρία:

«Αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει, και του μακρινού που πιάνεται, όπως το πουλί στο ξώβεργο. Επώδυνη εγκράτεια και βασανιστική ετοιμασία.» 

Όμως, πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον ορισμό του έρωτα, όπως αυτός δόθηκε προηγουμένως;

3. Η τέχνη της επώδυνης απόδρασης

Η φράση-ορισμός «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» μοιάζει εκ πρώτης όψεως ξεκομμένη από τη συζήτηση που ακολουθεί στον «Μικρό Κριτή» (τέτοιες ασυνέχειες δεν είναι σπάνιες στον Λιαντίνη, ιδιαίτερα στις ομιλίες του). Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να τα συνδέσουμε όλα μεταξύ τους, αν συσχετίσουμε το «η τέχνη να φεύγεις» (το δεύτερο ενικό απευθυνόμενο, υποτίθεται, στον άντρα) με την τέχνη του καλού εραστή, όπως περιγράφηκε πιο πάνω.

Μήπως, δηλαδή, αυτό το «να φεύγεις» αναφέρεται στην «αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει», ενώ το «σφαγερό» της φυγής αφορά την «επώδυνη εγκράτεια» και τη «βασανιστική ετοιμασία» του αρσενικού;

Σε κατοπινό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Λιαντίνης κάνει αναφορά στην ερωτική πρακτική του νεαρού σπαρτιάτη, λέγοντας:

«Με το χάραμα έφευγε προτού τη χορτάσει (σ.σ: τη γυναίκα του). Να του αφήσει την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε. Αυτό είναι το θεϊκό αίσθημα της ερωτικής στέρησης. Και γι’ αυτό η μητέρα του Έρωτα είναι η Πενία» («Γκέμμα», σελ. 235).

Άθελα του εδώ ο Λιαντίνης, που τόσο μίσησε τον Βάγκνερ («Γκέμμα», σελ. 49), συνάντησε τον «Πάρσιφαλ» και κατανόησε το μαρτύριο που διάλεξε ως αντάλλαγμα για την ύστερη σοφία!

4. Η οδύνη του αποχωρισμού

Αν «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», θα μπορούσε, μήπως, το «να φεύγεις» να απευθύνεται και στη γυναίκα;

Πριν το εξετάσουμε, καλό είναι να θυμηθούμε τι γράφει ο Λιαντίνης για τον ορισμό των εννοιών, γενικά:

«Για να ορίσεις μια έννοια, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία» («Γκέμμα», σελ. 65-66).

Υποθέτουμε ότι, στον ορισμό μιας έννοιας, το «να αλλάξεις» επιβάλλει σχολαστικότητα ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Διότι, π.χ., η προσθήκη ή η παράλειψη ενός σημείου στίξης, ή ενός τόνου, μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα μιας πρότασης.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον Λιαντίνη, όταν η γυναίκα φεύγει «φταίει πάντα ο άντρας». Το να φύγει, έτσι, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί ερωτικά, δεν είναι ζήτημα τέχνης αλλά συνιστά άσκηση δικαιώματος («να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα», προτρέπει ο Λιαντίνης). Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το «να φεύγεις» στον ορισμό του έρωτα δεν θα μπορούσε να αφορά τη γυναίκα.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ο Λιαντίνης το «να φεύγεις» όντως το απευθύνει στη γυναίκα, τότε στη φράση «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», η απουσία τόνου στο «του» (συνήθως τον υπονοούμε: «η τέχνη τού να φεύγεις») δεν θα πρέπει να είναι προϊόν απροσεξίας, αλλά η λέξη «του» έχει κτητική σημασία και θα πρέπει να διαβαστεί ως έχει. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η εναλλακτική γραφή «τού» οδηγεί σε φράση δίχως νόημα (το να φύγει, δηλαδή, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί, θα έπρεπε να απαιτεί τέχνη αντί να συνιστά δικαίωμα!).

Έτσι, το «η τέχνη του» υπονοεί μία ιδιότητα, ένα χάρισμα του άντρα. Και το «η τέχνη του να φεύγεις» θα μπορούσε να σημαίνει, σε πλήρη ανάπτυξη, «η τέχνη του άντρα να κάνει εσένα, τη γυναίκα, να φεύγεις…». Η φράση μένει ανολοκλήρωτη και δίχως νόημα, μέχρι να έρθει το υπόλοιπο, αναπόσπαστο μέρος του ορισμού: «…και τη στιγμή που φεύγεις από κοντά του (μετά την ερωτική σμίξη) να βιώνεις την απώλειά του δέκα φορές πιο οδυνηρά απ’ ό,τι εκείνος τη δική σου»!

Η τέχνη του έρωτα, λοιπόν, είναι υπόθεση του άντρα, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο της οδύνης του αποχωρισμού (της «σφαγής», κατά τον Λιαντίνη) αναλογεί στη γυναίκα. Εκείνος ήδη πλήρωσε το τίμημα που του αναλογούσε σε οδύνη, παραμερίζοντας «εννέα φορές» το «εγώ» του κατά την ερωτική σμίξη. Μετά, είναι η σειρά της να πονέσει. Κι αυτή είναι η δικαιοσύνη που όρισε η Φύση…

5. Τελικά, λογική ή ποίηση;

Ας συνοψίσουμε: Είναι φανερό ότι μία «προφανής» ερμηνεία του ορισμού του έρωτα κατά Λιαντίνη (δηλαδή, ότι έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις από μία σχέση, πονώντας πολλαπλά σε σύγκριση με τον/την σύντροφο που αφήνεις πίσω σου) οδηγεί σε παραδοξολογία. Πράγματι, κάποιος που ζει την οριστική και αμετάκλητη φυγή δέκα φορές πιο σφαγερά από εκείνον που αφήνει, δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τέχνη. Γιατί, η τέχνη πάνω απ’ όλα απαιτεί καθαρό μυαλό, συγκέντρωση και λογική. Κι ο πόνος, αν και συχνά παράγει τέχνη, ποτέ δεν παράγεται από αυτήν!

Οι δύο ερμηνείες που επιχειρήθηκαν σε αυτό το κείμενο βασίστηκαν σε λογική επεξεργασία της διατύπωσης του ορισμού, εξετάζοντας χωριστά τις περιπτώσεις όπου η έκφραση «να φεύγεις» απευθύνεται στον άντρα ή στη γυναίκα. Αυτό μας οδήγησε, τελικά, σε μία σύνθεση των ερμηνειών σε ένα ενιαίο σχήμα, αφού οι ερμηνείες αυτές είναι κατ’ ουσίαν συμπληρωματικές και όχι αμοιβαία αποκλειόμενες.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.

Ποιος ξέρει, λοιπόν… Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια…

Aixmi.gr

Posted in Uncategorized | Leave a comment